29.12.12

Εσχάτη προδοσία: Ο άνθρωπος που πήρε την Ελλάδα στο λαιμό του

Μαλούχος Γεώργιος, εφ. Το Βήμα, 29/12/2012

Αν αυτό δεν αποκαλείται εσχάτη προδοσία, τότε ο όρος θα πρέπει να σβηστεί από τη γλώσσα: να είσαι ο υπουργός Οικονομικών που οδήγησες τη χώρα στο διεθνή οικονομικό έλεγχο, να έχεις στη διάθεσή σου έναν κατάλογο με προς έλεγχο πολίτες που σ' τον έχει δώσει η Γαλλίδα συνάδελφός σου, για να βοηθήσει τη χώρα σου να πατάξει το οικονομικό έγκλημα, ο κατάλογος αυτός να εξαφανίζεται μυστηριωδώς επί δύο και πλέον χρόνια, να έρχεται μετά στην επιφάνεια, να διασταυρώνεται εκ νέου με τον αυθεντικό, να αποδεικνύεται αλλοιωμένος και, τελικά, η αλλοίωση να αφορά συγγενικά σου πρόσωπα. Λοιπόν; Πώς λέγεται όλο αυτό;

Ο Παπακωνσταντίνου υπήρξε ο αρχιτέκτονας της ελληνικής καταστροφής. Χειρίστηκε τα πάντα προσωπικά, αποκομμένος, μόνος του, χωρίς κανέναν έλεγχο. Απαίτησε και έλαβε όλες τις εξουσίες, για να «διαπραγματευθεί» τη «σωτηρία» της χώρας. Κατάφερε να βγάλει κάθε άλλο παράγοντα του πολιτεύματος εκτός μάχης.

Ήθελε να έχει το απόλυτο ανεξέλεγκτο. Και ήθελε να περάσει τα πάντα μέσα σε ένα νόμο, αν ήταν δυνατόν, σε ένα άρθρο. Με αυτή τη δύναμη και επικαλούμενος μια καταστροφή της οποίας υπήρξε πρωταγωνιστής, έδεσε τη χώρα χειροπόδαρα για γενιές ολόκληρες. Χειρίστηκε τα πάντα με εξουσία αυτοκρατορική. Και, σήμερα, κοντά τρία χρόνια μετά, αποκαλύπτεται ότι πράξεις και παραλείψεις του στην εποχή της παντοδυναμίας του, είχαν ιδιοτελή κίνητρα. Την ώρα που ρήμαζε και παρέδιδε τη χώρα, φρόντιζε για την οικογένεια.

Αυτός, που αρνήθηκε να δανειστεί η Ελλάδα όταν ακόμα μπορούσε από τις «αγορές», αυτός, που μιλώντας για «τιτανικό» έφερνε την καταστροφή πιο κοντά, που κατηγορούσε διεθνώς το κράτος που εκπροσωπούσε με τρόπο πρωτοφανή για τα διεθνή δεδομένα. Αυτός ο άνθρωπος, που πήρε την Ελλάδα στο λαιμό του, είχε το ήθος να «ξεχάσει» ένα στικάκι που αφορούσε, κυριολεκτικά, τα του οίκου του –κι αυτά είναι που ξέρουμε σήμερα: μένει να δούμε τι άλλο θα μάθουμε στο μέλλον, για έναν άνθρωπο που η αξιοπιστία του και τα κίνητρά του είναι πλέον κάτω από το ναδίρ. Για κάποιον που θα «μας έκανε ανθρώπους» -αυτά δεν έλεγε κι εκείνος κι όλη η πολιτική παρέα του Παπανδρέου;…

Γιατί δεν είναι μόνον αυτός: είναι εξίσου και ο πολιτικός του προϊστάμενος, ο τότε πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου, του έδωσε όλη αυτή την κάλυψη για να πετύχει αυτά που ήθελε. Του έδωσε την πλήρη, την απόλυτη εξουσία. Χωρίς τον Παπανδρέου, Παπακωνσταντίνου δεν υπήρχε. Όλη του αυτή η δύναμη, ήταν δοτή και πήγαζε απευθείας από τον πρωθυπουργό. Ο Παπανδρέου έχει αντίστοιχη ευθύνη.

Αυτοί οι άνθρωποι κατέστρεψαν έναν τόπο ολόκληρο. Ξεκλήρισαν γενιές μέσα σε λίγους μήνες. Άνοιξαν ένα καταστροφικό δρόμο που δεν έχει επιστροφή. Ήταν φυσικά, τότε, τα αγαπημένα παιδιά των «έξω», όπως και πολλών «μέσα» στη χώρα. Όποιος μιλούσε για τα πεπραγμένα τους, για την καταστροφή που σπέρνανε, ήταν γραφικός, λαϊκιστής, δημαγωγός, ανεύθυνος, δεν ήταν «ευρωπαίος», δεν ήταν καν πατριώτης.

Γιατί πατριώτης ήταν ο Παπακωνσταντίνου. Ας τον χαίρονται τώρα όλοι εκείνοι οι φίλοι του λοιπόν, που, φυσικά, όλα αυτά, σήμερα πια, (κάνουν πως) τα έχουν ξεχάσει. Είτε θυμούνται είτε όχι, ο τόπος αυτός τους πλήρωσε ακριβά.

 

25.12.12

Τὰ Χριστούγεννα τοῦ τεμπέλη

Τὰ Χριστούγεννα τοῦ τεμπέλη
Συγγραφέας: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Στὴν ταβέρνα τοῦ Πατσοπούλου, ἐνῷ ὁ βορρᾶς ἐφύσα, καὶ ὑψηλὰ εἰς τὰ βουνὰ ἐχιόνιζεν, ἕνα πρωί, ἐμβῆκε νὰ πίῃ ἕνα ρώμι νὰ ζεσταθῇ ὁ μαστρο-Παῦλος ὁ Πισκολέτος, διωγμένος ἀπὸ τὴν γυναῖκά του, ὑβρισμένος ἀπὸ τὴν πενθεράν του, δαρμένος ἀπὸ τὸν κουνιάδον του, ξωρκισμένος ἀπὸ τὴν κυρα-Στρατίναν τὴν σπιτονοικοκυράν του, καὶ φασκελωμένος ἀπὸ τὸν μικρὸν τριετῆ υἱόν του, τὸν ὁποῖον ὁ προκομμένος ὁ θεῖός του ἐδίδασκεν ἐπιμελῶς, ὅπως καὶ γονεῖς ἀκόμη πράττουν εἰς τὰ «κατώτερα στρώματα», πῶς νὰ μουντζώνῃ, νὰ βρίζῃ, νὰ βλασφημῇ καὶ νὰ κατεβάζῃ κάτω Σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατὰ καὶ κόλλυβα. Κ᾽ ἔπειτα, γράψε ἀθηναϊκὰ διηγήματα!
Ὁ προβλεπτικὸς ὁ κάπηλος, διὰ νὰ ἔρχωνται ἀσκανδαλίστως νὰ ψωνίζουν αἱ καλαὶ οἰκοκυράδες, αἱ γειτόνισσαι, εἶχε σιμὰ εἰς τὰ βαρέλια καὶ τὰς φιάλας, πρὸς ἐπίδειξιν μᾶλλον, ὀλίγον σάπωνα, κόλλαν, ὀρύζιον καὶ ζάχαριν, εἶχε δὲ καὶ μύλον διὰ νὰ κόπτῃ καφέν. Ἀλλ᾽ ἔβλεπες πρωὶ καὶ βράδυ νὰ ἐξέρχωνται, ἀτημέλητοι καὶ μισοκτενισμέναι, γυναῖκες φέρουσαι τὴν μίαν χεῖρα ὑπὸ τὴν πτυχὴν τῆς ἐσθῆτος, παρὰ τὸ ἰσχίον, καὶ τοῦτο ἐσήμαινεν, ὅτι τὸ ὀψώνιον δὲν ἦτο σάπων, οὔτε ὀρύζιον ἢ ζάχαρις.
Ἤρχετο πολλάκις τῆς ἡμέρας ἡ γρια-Βασίλω, πτωχή, ἔρημη καὶ ξένη στὰ ξένα, ἥτις δὲν εἶχε προλήψεις, κ᾽ ἔπινε φανερὰ τὸ ρούμι της. Ἤρχετο καὶ ἡ κυρα-Κώσταινα ἡ Κλησιάρισσα, ἥτις ἐβοηθοῦσε τὸ κατὰ δύναμιν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἱσταμένη πλησίον τοῦ μανουαλίου, διὰ νὰ κολλᾷ τὰ κηρία, καὶ ὅσας πεντάρας ἔπαιρνε τὴν Κυριακήν, ὅλας τὰς ἔπινε, μετ᾽ εὐσυνειδήτου ἀκριβείας, τὴν Δευτέραν, Τρίτην καὶ Τετάρτην.
Ἤρχετο κ᾽ ἡ Στρατίνα, νοικοκυρὰ μὲ δύο σπίτια, ὁποὺ ἐφώναζεν εἰς τὴν αὐλόπορταν, εἰς τὸν δρόμον καὶ εἰς τὸ καπηλεῖον ὅλα τὰ μυστικά της, δηλ. τὰ μυστικὰ τῶν ἄλλων, καὶ μέρος μὲν αὐτῶν ἔμενον εἰς τὴν αὐλήν, μέρος δὲ ἔπιπτον εἰς τὸ καπηλεῖον, καὶ τὰ περισσότερα ἐχύνοντο εἰς τὸν δρόμον· κ᾽ ἐξωνομάτιζε τὸν κόσμον, ποία νοικάρισσα τῆς καθυστερεῖ δύο νοίκια, ποῖος ὀφειλέτης τῆς χρεωστεῖ τὸν τόκον, ποία γειτόνισσα τῆς ἐπῆρεν ἕνα εἶδος, δανεικὸν κι ἀγύριστον. Ὁ μαστρο-Δημήτρης ὁ φραγκορράφτης τῆς ἐχρωστοῦσε τρία νοίκια, ὁ μαστρο-Παῦλος ὁ Πισκολέτος πέντε, καὶ τὸν μῆνα ποὺ ἔτρεχεν, ἕξ. Ἡ Λενιὼ ἡ κουμπάρα της τῆς πέρασε δευτέραν ὑποθήκην μὲ δόλον εἰς τὸ σπίτι, καὶ τώρα ἦτον ἀνάγκη νὰ τρέχῃ εἰς δικηγόρους καὶ συμβολαιογράφους διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ δίκαιά της. Ἡ Κατίνα, ἡ ἀνεψιά της ἀπ᾽ τὸν πρῶτον ἄνδρα της, τῆς εἶχεν ἀφήσει ἕνα ἀμανάτι διὰ νὰ τὴν δανείσῃ δέκα δραχμάς, καὶ τώρα κατὰ τὴν ἐκτίμησιν δύο χρυσοχόων ἀπεδείχθη ὅτι τὸ ἀσημικὸν ἦτο κάλπικον καὶ δὲν ἤξιζεν οὔτε ὅσον ἤξιζαν τὰ δύο φυσέκια μὲ τὲς σκουριασμένες μπακίρες ― τὰς ὁποίας, ἀφοῦ, κατὰ τὴν συνήθειάν της (αὐτὸ δὲν τὸ ἔλεγεν, ἀλλ᾽ ἦτο γνωστόν), ἔβγαλεν ἔξω τὸν γερο-Στρατήν, τὸν ἄνδρα της, τὴν κόρην της, τὴν Μαργαρίταν, καὶ τὴν ἐγγονήν της, τὴν Λενούλαν, ἤνοιξε τὴν κρύπτην, ἀπέθεσεν ἐκεῖ τὸ ἐνέχυρον, ἔβγαλε τὸ κομπόδεμα, ἔλαβε τὰ φυσέκια, καὶ τὰ ἐνεχείρισε μὲ τρόπον, ὁποὺ ἐσήμαινε νὰ τὰ δώσῃ καὶ νὰ μὴν τὰ δώσῃ, κ᾽ ἐφαίνοντο ὡς νὰ ἐκολλοῦσαν στὰ χέρια της, εἰς τὴν πτωχὴν τὴν Κατίναν.
Ἡ Ἀσημίνα, ἡ παλαιὰ νοικάρισσά της, τραγουδίστρα τὸ ἐπάγγελμα, ὅταν ἐξεκουμπίσθη κ᾽ ἔφυγε, τῆς ἐχρωστοῦσε τρία μηνιάτικα κ᾽ ἐννέα ἡμέρας. Καὶ τὰ μὲν ἔπιπλα, ὁποὺ ἔπρεπε κατὰ δίκαιον τρόπον νὰ τὰ ἐκχωρήσῃ εἰς τὴν σπιτονοικοκυράν, τὰ παρέδωκεν εἰς τὸν καῦκόν της, τὸν τελευταῖον ἀγαπητικόν της, ποὺ νὰ τσάκιζε τὸ πόδι της, νὰ μὴν εἶχε σώσει ποτέ… καὶ εἰς αὐτὴν δὲν ἔδωκεν ἄλλο τίποτε, παρὰ ἕνα παλιοφυλαχτὸν ἐκεῖ, λιγδιασμένον, καὶ τῆς εἶπε μυστηριωδῶς ὅτι αὐτὸ περιεῖχε τίμιον ξύλον… Σὰν ἐγκρεμοτσακίσθη κ᾽ ἔφυγε, τὸ ἀνοίγει καὶ αὐτὴ ἐκ περιεργείας, καὶ ἀντὶ τιμίου ξύλου, τί βλέπει;… κάτι κουρέλια, τρίχας, τούρκικα γράμματα, σκοντάμματα, μαγικά, χαμένα πράματα… Τ᾽ ἀκοῦτε σεῖς αὐτά;
Εἰσῆλθε ριγῶν ὁ μαστρο-Παυλάκης καὶ ἐζήτησεν ἕνα ρώμι. Τὸ παιδὶ τοῦ καπηλείου, ὁποὺ τὸν ἤξευρε καλά, τοῦ εἶπεν·
―Ἔχεις πεντάρα;
Ὁ ἄνθρωπος ἔσεισε τοὺς ὤμους μὲ τρόπον διφορούμενον.
― Βάλε σὺ τὸ ρούμι, εἶπεν.
Πῶς νὰ ἔχῃ πεντάρα; Καλὰ καὶ τὰ λεπτά, καλὴ κ᾽ ἡ δουλειά, καλὸ καὶ τὸ κρασί, καλὴ κ᾽ ἡ κουβέντα, ὅλα καλά. Καλύτερον ἀπ᾽ ὅλα ἡ ῥᾳστώνη, τὸ δόλτσε φὰρ νιέντε τῶν ἀδελφῶν Ἰταλῶν. Ἂν εἰς αὐτὸν ἀνετίθετο νὰ συντάξῃ τὸν κανονισμὸν τῆς ἑβδομάδος, θὰ ὥριζε τὴν Κυριακὴν διὰ σχόλην, τὴν Δευτέραν διὰ χουζούρι, τὴν Τρίτην διὰ σουλάτσο, τὴν Τετάρτην, Πέμπτην καὶ Παρασκευὴν δι᾽ ἐργασίαν, καὶ τὸ Σάββατον διὰ ξεκούρασμα. Ποῖος λέγει ὅτι αἱ ἑορταὶ εἶναι παραπολλαὶ διὰ τοὺς ὀρθοδόξους Ἕλληνας, καὶ αἱ ἐργάσιμοι εἶναι πολὺ ὀλίγαι; Αὐτὰ τὰ λέγουν ὅσοι δὲν ἔκαμαν ποτὲ σωματικὴν ἐργασίαν καὶ ἠξεύρουν μόνον διὰ τοὺς ἄλλους νὰ θεσμοθετοῦν.
Ἀκριβῶς τὴν ὥραν ταύτην ἦλθεν ἀπ᾽ ἀντικρὺ ὁ Δημήτρης ὁ φραγκορράφτης, διὰ νὰ πίῃ τὸ πρωινόν του. Μόνην παρηγορίαν εἶχε νὰ κάμνῃ αὐτὰ τὰ συχνὰ ταξιδάκια, καθὼς τὰ ὠνόμαζε. Διέκοπτεν ἐπὶ πέντε λεπτὰ τὴν ἐργασίαν του δέκα φορὰς τὴν ἡμέραν, καὶ ἤρχετο νὰ πίῃ ἕνα κρασί. Ἔπαιρνεν ἐργασίαν ἀπὸ τὰ μαγαζιὰ κ᾽ ἐδούλευεν ὡς κάλφας εἰς τὸ δωμάτιόν του. Εἰσῆλθε καὶ παρήγγειλεν ἕνα κρασί. Εἶτα ἰδὼν τὸν Παῦλον:
― Βάλε καὶ τοῦ μαστρο-Παυλάκη ἕνα ρούμι, εἶπεν.
Ὡς ἀπὸ Θεοῦ σταλμένος διὰ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς πεντάρας μεταξὺ τοῦ πελάτου καὶ τοῦ ὑπηρέτου, ἐκάθισε πλησίον τοῦ Παύλου καὶ ἤρχισε τοιαύτην ὁμιλίαν, ἡ ὁποία ἦτο μὲν συνέχεια τῶν ἰδίων λογισμῶν του, εἰς δὲ τὸν Παῦλον ἐφάνη ὡς συνηγορία ὑπὲρ τῶν ἰδικῶν του παραπόνων.
― Ποῦ σκόλη καὶ γιορτή, μαστρο-Παυλέτο, φίλε μου, εἶπεν· οὔτε καθισιό, οὔτε χουζούρι. Τ᾽ Ἁι-Νικολάου δουλέψαμε, τ᾽ Ἁι-Σπυρίδωνα δουλέψαμε, τὴν Κυριακὴ προχθὲς δουλέψαμε. Ἔρχουνται Χριστούγεννα, καὶ θαρρῶ πὼς θὰ δουλεύουμε χρονιάρα μέρα.
Ὁ Παῦλος ἔσεισε τὴν κεφαλήν.
― Θέλω κάτι νὰ πῶ, ἀλλὰ δὲν ξέρω γιὰ νὰ τὰ σταμπάρω περὶ γραμμάτου, μαστρο-Δημήτρη μου, εἶπε. Μοῦ φαίνεται πὼς αὐτοὶ οἱ μαστόροι, αὐτοὶ οἱ ἀρχόντοι, αὐτὴ ἡ κοινωνία πολὺ κακὰ ἔχουν διωρισμένα τὰ πράγματα. Ἀντὶ νὰ εἶναι ἡ δουλειὰ μοιρασμένη ἴσα στὶς καθημερινές, πέφτει μονομιᾶς καὶ μονομπάντα. Δουλεύουμε βιαστικὰ τὶς γιορτάδες, καὶ ὕστερα χασομεροῦμε βδομάδες καὶ μῆνες τὶς καθημερινές.
― Εἶναι κ᾽ ἡ τεμπελιὰ στὸ μέσο, εἶπε μετὰ πονηρᾶς αὐθαδείας τὸ παιδὶ τοῦ καπηλείου, ὠφεληθὲν ἀπὸ μίαν στιγμὴν καθ᾽ ἣν ὁ ἀφέντης του εἶχεν ὁμιλίαν εἰς τὸ κατώφλιον τῆς θύρας καὶ δὲν ἠδύνατο ν᾽ ἀκούσῃ.
― Ἂς εἶναι, τί νὰ σοῦ κάμῃ ἡ προκομμάδα κ᾽ ἡ τεμπελιά; εἶπεν ὁ Δημήτρης. Τὸ σωστὸ εἶναι, πολλὰ κεσάτια κι ὀλίγη μαζωμένη δουλειά. Καλὰ λέει ὁ μαστρο-Παῦλος. Ἄλλο ἂν εἶμαι ἀκαμάτης ἐγώ, ἂς ποῦμε, ἢ ὁ Παῦλος, ἢ ὁ Πέτρος, ἢ ὁ Κώστας, ἢ ὁ Γκίκας. Ἐμένα ἡ φαμίλια μου δουλεύει, ἐγὼ δουλεύω, ὁ γιός μου δουλεύει, τὸ κορίτσι πάει στὴν μοδίστρα. Καὶ μ᾽ ὅλα αὐτά, δὲν μποροῦμε ἀκόμα νὰ βγάλουμε τὰ νοίκια τῆς κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε γιὰ τὴ σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε γιὰ τὸν μπακάλη, γιὰ τὸ μανάβη, γιὰ τὸν τσαγκάρη, γιὰ τὸν ἔμπορο. Ἡ κόρη θέλει τὸ λοῦσό της, ὁ νέος θέλει τὸ καφενεῖό του, τὸ ροῦχό του, τὸ γλέντι του. Ὕστερα, κάμε προκοπή.
―Ὑγρασία μεγάλη, μαστρο-Δημήτρη μου, εἶπεν ὁ Παυλέτος, ἀποκρινόμενος εἰς τοὺς ἰδίους στοχασμούς του. Ὑγρασία κάτω στὰ μαγαζιά, χαμηλὸ τὸ μέρος, ἡ δουλειὰ βαριά, ρεματισμοί, κρυώματα. Ὕστερα κόπιασε, ἂν ἀγαπᾷς, νὰ ἀργάζῃς τομάρια. Τὸ δικό μας τὸ τομάρι ἄργασε πιά, ἄργασε…
― Καλὰ ἀργασμένο τὸ δικό σου, μαστρο-Παῦλε, αὐθαδίασε πάλιν ὁ ὑπηρέτης, αἰνιττόμενος ἴσως τὰς μεταξὺ τοῦ Παύλου καὶ τοῦ γυναικαδέλφου του σκηνάς.
Εἶτα εἰσῆλθεν ὁ κάπηλος. Ὁ μαστρο-Δημήτρης ἀπῆλθε διὰ νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν ἐργασίαν του καὶ ἡ ὁμιλία ἔπαυσεν.
Ὁ μαστρο-Παῦλος ἀφέθη εἰς τὰς φαντασίας του. Σάββατον σήμερον, μεθαύριον παραμονή, τὴν ἄλλην Χριστούγεννα. Νὰ εἶχε τουλάχιστον λεπτὰ διὰ νὰ ἀγοράσῃ ἕνα γαλόπουλο, νὰ κάμῃ κι αὐτὸς Χριστούγεννα στὸ σπίτι του, καθὼς ὅλοι. Μετενόει τώρα πικρῶς, διότι δὲν ἐπῆγε τὰς τελευταίας ἡμέρας εἰς τὰ βυρσοδεψεῖα νὰ δουλέψῃ, νὰ βγάλῃ ὀλίγα λεπτά, διὰ νὰ περάσῃ πτωχικὰ τὰς ἑορτάς. «Ὑγρασία μεγάλη, χαμηλὸ τὸ μέρος, ἡ δουλειὰ βαριά. Κόπιασε νὰ ἀργάζῃς τομάρια! Τὸ δικό μας τὸ τομάρι θέλει ἄργασμα.»
Εἶχεν ἀκούσει τὸν λαϊκὸν μῦθον διὰ τὸν τεμπέλην, ὁποὺ ἐπήγαιναν νὰ τὸν κρεμάσουν, καὶ ὅστις συγκατένευε νὰ ζήσῃ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ εἶναι «βρεμένο τὸ παξιμάδι». Ἐγνώριζε καὶ τὴν ἄλλην διήγησιν διὰ τὸ τεμπελχανειό, τὸ ὁποῖον ἵδρυσε, λέγουν, ὁ Μεχμεταλὴς εἰς τὴν πατρίδα του Καβάλαν. Ἐκεῖ, ἐπειδὴ τὸ κακὸν εἶχε παραγίνει, ὁ ἐπιστάτης ἐσοφίσθη νὰ στρώνῃ μίαν ψάθαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἠνάγκαζε τοὺς ἀέργους νὰ ἐξαπλώνωνται. Εἶτα ἔβαλλε φωτιὰν εἰς τὴν ψάθαν. Ὅποιος ἐπροτίμα νὰ καῇ, παρὰ νὰ σηκωθῇ ἀπὸ τὴν θέσιν του, ἦτο σωστὸς τεμπέλης κ᾽ ἐδικαιοῦτο νὰ φάγῃ δωρεὰν τὸ πιλάφι. Ὅποιος ἐσηκώνετο κ᾽ ἔφευγε τὸ πῦρ, δὲν ἦτον σωστὸς τεμπέλης κ᾽ ἔχανε τὰ δικαιώματα. Τόσοι Βαλλιᾶνοι, τόσοι Ἀβέρωφ καὶ Συγγροί, ἐσκέπτετο ὁ μαστρο-Παῦλος, καὶ κανεὶς ἐξ αὐτῶν νὰ μὴν ἱδρύσῃ παραπλήσιόν τι εἰς τὰς Ἀθήνας!
Ὁ μαστρο-Παυλάκης ἐπεριδιάβασεν ἀκόμη δύο ἡμέρας, καὶ τὴν ἄλλην ἦτο Παραμονή. Τὸ γαλόπουλον δὲν ἔπαυσε νὰ τὸ ὀνειροπολῇ καὶ νὰ τὸ ὀρέγεται. Πῶς νὰ τὸ προμηθευθῇ;
Ἀφοῦ ἐνύκτωσε, διωγμένος καθὼς ἦτον ἀπὸ τὸ σπίτι, ἀπετόλμησε καὶ ἦλθεν ἀπὸ ἕνα πλάγιον δρομίσκον καὶ ἦτον ἕτοιμος νὰ χωθῇ εἰς τὸ καπηλεῖον. Ὁ νοῦς του ἦτο ἀναποσπάστως προσηλωμένος εἰς τὸ γαλόπουλο. Θὰ ἐχρησίμευε τοῦτο, ἐὰν τὸ εἶχε, καὶ ὡς μέσον συνδιαλλαγῆς μὲ τὴν γυναῖκά του.
Ἐκεῖ, καθὼς ἐστράφη νὰ ἐμβῇ εἰς τὸ καπηλεῖον, βλέπει ἓν παιδίον τῆς ἀγορᾶς μὲ μίαν κοφίναν ἐπ᾽ ὤμων, ἤτις ἐφαίνετο ἀκριβῶς νὰ περικλείῃ ἕνα γάλον, ἀγριολάχανα, πορτοκάλια, ἴσως καὶ βούτυρον καὶ ἄλλα καλὰ πράγματα. Τὸ παιδίον ἐκοίταζε δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ κ᾽ ἐφαίνετο νὰ ἀναζητῇ οἰκίαν τινά. Ἦτο ἕτοιμον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ καπηλεῖον διὰ νὰ ἐρωτήσῃ. Ἔπειτα εἶδε τὸν Παῦλον κ᾽ ἐστράφη πρὸς αὐτόν:
― Ξέρεις, πατριώτη, τουλόγου σου, ποῦ εἶναι δῶ χάμω τὸ σπίτι τοῦ κὺρ Θανάση τοῦ Μπελιοπούλου;
― Τοῦ κὺρ Θανάση τοῦ Μπε…
Ἀστραπὴ ὡς ἰδέα ἔλαμψεν εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Παύλου.
― Μοῦ ᾽πε τὸν ἀριθμὸ καὶ τὸν ἐξέχασα… τώρα γλήγορα ἔπιασε σπίτι δῶ χάμω, σ᾽ αὐτὸ τὸ δρόμο… τὸν εἶχα μουστερὴ ἀπὸ πρῶτα… μπροστύτερα καθότανε παραπέρα, στὸ Γεράνι.
― Τοῦ κὺρ Θανάση τοῦ Μπελιοπούλου! ηὐτοσχεδίασεν ὁ μαστρο-Παῦλος· νά, ἐδῶ εἶναι τὸ σπίτι του. Νὰ φωνάξῃς τὴν κυρα-Παύλαινα, μέσα, στὴν κάτω κάμαρα, στὸ ἰσόγειο… αὐτὴ εἶναι ἡ νοικοκυρά του… πῶς νὰ πῶ; εἶναι γενιά του… τὴν ἔχει λῦσε-δέσε, σ᾽ ὅλα τὰ πάντα… οἰκονόμισσα στὸ νοικοκυριό του… εἶναι κουνιάδα του… μαθές, θέλω νὰ πῶ, ἀνιψιά του… ἐφώναξέ την καὶ δῶσέ της τὰ ψώνια.
Καὶ βαδίσας ὁ ἴδιος πέντε βήματα, κατὰ τὴν θύραν τῆς αὐλῆς, ἔκαμε πὼς φώναξε:
― Κυρα-Παύλαινα, κόπιασ᾽ ἐδῶ νὰ πάρῃς τὰ ψώνια ποὺ σοῦ στέλνει ὁ κύριος… ὁ ἀφέντης σου.
Καλὰ ἦλθαν τὰ πράγματα ἕως τώρα. Ὁ μαστρο-Παυλάκης ἔτριβε τὰς χεῖρας καὶ ᾐσθάνετο εἰς τὴν ρῖνά του τὴν κνῖσαν τοῦ ψητοῦ κούρκου. Καὶ δὲν τὸν ἔμελε τόσον διὰ τὸν κοῦρκον, ἀλλὰ θὰ ἐφιλιώνετο μὲ τὴν γυναῖκά του. Τὴν νύκτα ἐπέρασεν εἰς ἓν ὁλονύκτιον καφενεῖον καὶ τὸ πρωὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν.
Ὅλην τὴν ἡμέραν προσεκολλήθη εἰς μίαν συντροφιάν, ἔπειτα εἰς μίαν ἄλλην παλαιῶν γνωρίμων του, εἰς τὸ καπηλεῖον, ὁποὺ ἔμεινε τὰς περισσοτέρας ὥρας ἀνοικτὸν μὲ τὰ παράθυρα κλεισμένα, κ᾽ ἐπέρασε μὲ ὀλίγους μεζέδες καὶ μὲ ἀρκετὰ κεράσματα.
Τὸ βράδυ, ἀφοῦ ἐνύκτωσεν, ἐπῆγε μὲ τόλμην, ἀπὸ τὰς πολλὰς σπονδὰς καὶ ἀπὸ τὴν ἐνθύμησιν τοῦ κούρκου, κ᾽ ἔκρουσε τὴν θύραν τῆς οἰκογενείας του. Ἡ θύρα ἦτο κλεισμένη ἔσωθεν.
― Καλησπέρα, κυρα-Παύλαινα, ἐφώναξεν ἀπ᾽ ἔξω. Χρόνους πολλούς. Πῶς πῆγε ὁ γάλος; Βλέπεις, ἐγὼ πάλε;
Οὐκ ἦν φωνὴ οὐδὲ ἀκρόασις. Ὅλη ἡ αὐλὴ ἦτο ἥσυχος. Τὰ ἰσόγεια, αἱ τρῶγλαι, τὰ κοτέτσια τῆς κυρα-Στρατίνας, ὅλα ἐκοιμῶντο. Ὁ σκύλος μόνον ἐγνώρισε τὸν μαστρο-Παῦλον,ἔγρυξεν ὀλίγον καὶ πάλιν ἡσύχασε.
Ὑπῆρχον ἐκεῖ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ψυχομέτρι τριῶν ἢ τεσσάρων οἰκογενειῶν, ὁποὺ ἐκατοικοῦσαν εἰς τ᾽ ἀνήλια δωμάτια, δύο γίδες, δώδεκα ὄρνιθες, τέσσαρες γάττοι, δύο ἰνδιάνοι καὶ πολλὰ ζεύγη περιστερῶν. Αἱ δύο γίδες ἀνεχάραζαν βαθιὰ εἰς τὸ σκεπασμένον μανδράκι τους, αἱ ὄρνιθες ἔκλωζον ὑποκώφως εἰς τὰ κοτέτσια τους, τὰ περιστέρια εἶχαν μαζωχθῆ εἰς τοὺς περιστερῶνας περίτρομα ἀπὸ τὸ κυνήγι, ὁποὺ ἤρχιζον τὴν νύκτα ἐναντίον των οἱ γάττοι. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ μικροὶ θόρυβοι ἦσαν τὸ ρογχάλισμα τῆς αὐλῆς κοιμωμένης.
Πάραυτα ἠκούσθη κρότος βημάτων εἰς τὸ σπίτι.
―Ἔ, μαστρο-Παῦλε, εἶπε πλησιάσασα ἡ κυρα-Στρατίνα, νά ᾽χουμε καὶ καλὸ ρώτημα… Τί γάλος καὶ γαλίζεις καὶ γυαλίζεις καὶ καλὸ νὰ μὄχῃς, ἀσίκη μου; Εἴδαμε κ᾽ ἐπάθαμε νὰ σκεπάσουμε τὸ πρᾶμα, νὰ μὴ προσβαλθῇ τὸ σπίτι… Ἐκεῖνος ποὺ ἦτον δικός του ὁ γάλος, ἦρθε μεσάνυχτα κ᾽ ἐφώναζε, ἔκανε τὸ κακό, καὶ μᾶς φοβέριζε ὅλους, κ᾽ ἡ φαμίλια σου, ἐπειδὴς τὸν εἶχε κόψει τὸ γάλο, μαθές, καὶ τὸν εἶχε βάλει στὸ τσουκάλι, βρέθηκε στὰ στενά. Κλειδώθηκε μὲς στὴν κάμερα, καὶ δὲν ἤξερε τί νὰ κάμῃ… Εἶπε καὶ ὁ κουνιάδος σου… καλὸ κελεπούρι ἦτον κι αὐτό, μαθές… καὶ ἐπέρασεν ἡ φαμίλια σου ὅλην τὴν ἡμέρα κλειδομανταλωμένη μέσα, ἀπὸ φόβο μὴ ξαναέλθῃ κεῖνος πού ᾽χε τὸ γάλο καὶ μᾶς φέρῃ καὶ τὴν ἀστυνομία… ἦτον φόβος νὰ μὴν προσβαλθῇ κ᾽ ἐμένα τὸ σπίτι μου. Ἄλλη φορά, τέτοια ἀστεῖα νὰ μὴν τὰ κάνῃς, μαστρο-Παυλάκη. Τέτοια προσβολὴ νὰ λείπῃ ἀπὸ τὸ σπίτι μου ἐμένα! Τ᾽ ἄκουσες;
Ὁ μαστρο-Παῦλος ἠρώτησε δειλά:
― Τώρα… εἶναι μέσα ἡ φαμίλια μου;
― Εἶναι μέσα ὅλοι τους, κ᾽ ἔχουνε κλειδωμένα καλά, καὶ τὸ φῶς κατεβασμένο, διὰ τὸν φόβο τῶν Ἰουδαίωνε. Κοίταξε μὴ σὲ νοιώσῃ ἀπὸ πουθενὰ κεῖνος ὁ σκιάς, ὁ κουνιάδος σου, πάλε…
― Εἶναι μέσα;
―Ἢ μέσα εἶναι ἢ ὅπου εἶναι ἔφτασε… νά, κάπου ἀκούω τὴ φωνή του.
Ἠκούσθη τῷ ὄντι μία φωνὴ ἐκεῖ πλησίον, ἥτις δὲν ὑπέσχετο καλὰ διὰ τὸν νυκτερινὸν ἐπισκέπτην.
―Ἔ, μαστρο-Παυλῖνε, ἔλεγε, καλὸς ἦτον ὁ γάλος;
Ποῖος ἦτον ὁ ὁμιλήσας, ἄδηλον. Ἴσως νὰ ἦτον ὁ μαστρο-Δημήτρης, ὁ γείτων. Δυνατὸν νὰ ἦτο καὶ ὁ φοβερὸς γυναικάδελφος τοῦ μαστρο-Παύλου.
― Καὶ νὰ μὴν πάρω κ᾽ ἐγὼ ἕνα μεζέ; παρεπονέθη ὣς τόσον ὁ ἄνθρωπός μας.
― Τί σοῦ χρειάζεται ὁ μεζές, μαστρο-Παυλάκη μου; ἐπανέλαβεν ἡ Στρατίνα. Τὰ πράματα εἶναι πολὺ σκοῦρα, ἄφσε τ᾽ αὐτά! Δουλειά, δουλειά! Ἡ δουλειὰ βγάζει παλληκάρια. Ὅ,τι ἔγινε ἔγινε, νὰ πᾷς νὰ δουλέψῃς, νὰ μοῦ φέρῃς κ᾽ ἐμένα τὰ νοίκια μου. Τ᾽ ἀκοῦς;
― Τ᾽ ἀκούω.
― Φέρε μου ἐσὺ τὸν παρά, κ᾽ ἐγώ, μὲ ὅλη τὴ φτώχεια, τὴν θυσιάζω μιὰ γαλοπούλα καὶ τρῶμε.
Ἠκούσθη ἀπὸ μέσα βραχνὸς μορμυρισμός, εἶτα φωνὴ μικροῦ παιδίου εἶπε:
― ᾽Τὴν ὑγειά σου, ματο-Πάλο, τεμπελόκυλο, κακὲ πατέλα. Τόνε φάαμε τὸ λάλο. Νά πάλε καὶ σὺ πέντε, κ᾽ ἄλλα πέντε, δέκα.
Προφανῶς ἦτον μέσα ὁ φοβερὸς ὁ γυναικάδελφος, καὶ εἶχε δασκαλέψει τὸ παιδὶ νὰ τὰ φωνάξῃ αὐτά.
― Μὴ στέκεσαι στιγμή, μαστρο-Παυλέτο μου, εἶπεν ἡ Στρατίνα· τὸ καλὸ ποὺ σοῦ θέλω! Δρόμο τώρα, καὶ μεθαύριο δουλειά, δουλειά!
Ἠκούσθη κρότος, ὡς νὰ ἐσηκώθη τις ἀπὸ μέσα, καὶ νὰ ἐπλησίαζε μὲ βαρὺ βῆμα πρὸς τὴν θύραν…
― Δρόμο, ἐπανέλαβε μηχανικῶς ὁ Παῦλος, συμμορφούμενος ἐμπράκτως μὲ τὴν λέξιν… δρόμο καὶ δουλειά!
(1896)

22.12.12

Αναστασίας μεγαλομάρτυρος της Φαρμακολυτρίας σήμερα!

Ἡ Φαρμακολύτρια
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης
(επιμέλεια Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1984, τ. 3, σελ. 305-314)
“… Τὴν νύκτα ἐκείνην εἶχον ἀναβῆ καὶ πάλιν εἰς τὸ βουνὸν διὰ νὰ συναντήσω τὴν ἐξαδέλφην Μαχούλαν. Τὴν ἀλήθειαν νὰ εἴπω, δὲν ἤξευρα μετὰ βεβαιότητος ὅτι ἔμελλον νὰ τὴν συναντήσω, ἀλλ᾽ ἠλαυνόμην ἀπὸ τὸ πάθος, ἔφερα τὰ βήματά μου εἰς προσκύνησιν, καὶ ᾐσθανόμην τὴν ἀνάγκην ν᾽ ἀναζωπυρήσω ἀρχαίας ἀναμνήσεις.
Ἦτον ἡ τελευταία φορὰ ὁποὺ θὰ ἔβλεπα εἰς τὰ ἐρημικὰ ἐκεῖνα μέρη τὴν ἐξαδέλφην μου Μαχούλαν. Τὴν πρώτην φοράν, πρὸ ἐτῶν εἴκοσι, τὴν εἶχα συναντήσει εἰς τὸ βάθος δρυμῶνος, πλησίον ἀρχαίου παμμεγέθους σηκοῦ ἢ τεμένους ἐκ γιγαντιαίων μαρμάρων, τὸ ὁποῖον πιθανὸν νὰ ἦτο ναὸς τῶν θεῶν, τῆς πρὸ τοῦ Προμηθέως ἐποχῆς. Σύρριζα εἰς τὸ παράδοξον ἐκεῖνο κτίριον, τὸ προβάλλον ὡς πρόσωπον Σφιγγὸς τὴν πρόσοψίν του τὴν γριφώδη, ἦτο ἓν μεταγενέστερον πενιχρὸν παρεκκλήσιον, τιμώμενον ἐπ᾽ ὀνόματι τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Ἀναστασίας. Ἐκεῖ εἶχα συναντήσει πρὸ εἴκοσιν ἐτῶν τὴν ἐξαδέλφην μου Μαχούλαν.
Περὶ τὰ τέλη τοῦ φθινοπώρου εἶχεν ὑπάγει ὁμοῦ μὲ ἕνα παπάν, διὰ νὰ λειτουργήσῃ τὸν ναΐσκον. Εἶτα ἀφοῦ ἀπέλυσεν ἡ λειτουργία, ὁ παπὰς ἔπιε τὸν καφὲν καὶ τὴν ρακήν του, ἔξωθεν ἀκριβῶς τῆς θύρας τοῦ ναΐσκου, εἰς τὸ ὕπαιθρον, πλησίον τῆς φωτιᾶς τῆς ἀναμμένης διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ θυμιατηρίου, καὶ διὰ τὸ ζέον, ἀπεχαιρέτισε τὴν γυναῖκα καὶ ἀπῆλθεν. Ἡ ἐξαδέλφη μου Μαχούλα ἔμεινε, μαζὶ μὲ τὴν μικρὰν ἑπταετῆ παιδίσκην της, καὶ μὲ δύο ἄλλας γυναῖκας, γειτόνισσές της, αἱ ὁποῖαι τὴν εἶχον συνοδεύσει εἰς τὴν ἐκδρομήν. Αὗται περιήρχοντο εἰς τοὺς λοφίσκους καὶ εἰς τὰ ρεύματα, εἰς τὰ πέριξ τοῦ ναοῦ, συλλέγουσαι ἀγριολάχανα καὶ μανιτάρια. Ἡ ἐξαδέλφη μου Μαχούλα, ἰδοὺ τί ἔκαμεν.
Αὕτη ἤναψεν ἑπτὰ κηρία εἰς τὰ δύο μανουάλια τοῦ ναΐσκου, ἐμπρὸς εἰς τὰς εἰκόνας τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας, τοῦ Προδρόμου, καὶ τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας. Ἐφαίνετο, ὅτι ἤθελε μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ παπᾶ, νὰ τελέσῃ αὐτὴ νέαν λειτουργίαν, πλέον μυστηριώδη. Ἀφοῦ ἤναψε τὰ ἑπτὰ κηρία, ἔβγαλεν ἀπὸ τὸ παμμέγιστον καλάθιόν της μακρότατον, ὑπὲρ τὰς ἑκατὸν ὀργυιάς, λεπτὸν σχοινίον, ὁλοκίτρινον, εὐωδιάζον, κηρόπλαστον. Ἦτο γιγαντιαῖον φιτίλιον βαμβακερόν, τὸ ὁποῖον εἶχε κλώσει ὅλον μὲ τὰς χεῖράς της, καὶ μὲ τὰς χεῖράς της τὸ εἶχε περιβάλει μὲ μελικήριον πρόσφατον.
Τοῦτο λοιπὸν τὸ τεράστιον κηρίον τὸ ἔδεσεν ἀπὸ τὴν κρικέλλαν τῆς παλαιᾶς σαρακωμένης θύρας τοῦ ναοῦ, εἶτα ἤρχισε νὰ τὸ ἑλκύῃ, καὶ νὰ τὸ ἐκτυλίσσῃ κατ᾽ ὀλίγον ἀπὸ τὸ καλάθιον, ὅπου τὸ εἶχε τυλιγμένον εἰς ἔντεχνον καὶ εὐδιάλυτον κουβάριον, καὶ παραπορευομένη ἐξωτερικῶς τὸν τοῖχον τοῦ ναΐσκου, νὰ τὸ προσαρμόζῃ σύρριζα εἰς τὸν τοῖχον, πρῶτον εἰς τὸ ἥμισυ πλάτος τοῦ δυτικοῦ τοίχου, μέχρι τῆς γωνίας τῆς μεσημβρινοδυτικῆς, εἶτα καθ᾽ ὅλον τὸ μῆκος τοῦ μεσημβρινοῦ τοίχου, εἶτα μετὰ τὴν καμπὴν τῆς γωνίας τῆς νοτιανατολικῆς, ἀνὰ τὸν τοῖχον τοῦ πλάτους τὸν ἀνατολικόν, μεθ᾽ ὅλης τῆς καμπύλης τὴν ὁποίαν ἐσχημάτιζεν ἡ χηβάδα τοῦ θυσιαστηρίου, εἶτα ἔκαμψε τὴν ἀριστερὰν γωνίαν, παρεπορεύθη τὸν βορεινὸν τοῖχον, καὶ διὰ τῆς γωνίας τῆς βορειοδυτικῆς ἐπέστρεψε πάλιν εἰς τὴν θύραν τοῦ ναΐσκου. Κατόπιν πάλιν ἔφερε νέαν γύραν, ἀπαράλλακτα ὅπως τὴν πρώτην, καὶ προσήρμοσε τὸ νέον ἔμβολον τοῦ κηρωμένου νήματος, παραλλήλως καὶ ἐγγύτατα ὑπὸ τὸ πρῶτον. Εἶτα τὴν τρίτην γύραν καὶ τετάρτην, καὶ καθεξῆς, μέχρι τῆς ἑβδόμης.
Ἑπτάκις ἔκαμε τὸν γῦρον τοῦ κτιρίου, καὶ μὲ ἑπτὰ ἔμβολα κηρωμένου νήματος περιέζωσεν, ἡ ἐξαδέλφη μου Μαχούλα, ὅλον τὸν ναΐσκον.
Καὶ αἱ γυναῖκες, αἱ ἐπιστρέψασαι ἄρτι μὲ τὰ καλάθια πλήρη ἐκ βοτάνων καὶ ἀμανιτῶν, ἔκαμνον τὸν σταυρόν των, καὶ τὴν ηὔχοντο λέγουσαι:
― Ἂς δείξῃ ἡ Φαρμακολύτρα τὸ θάμα της! Βοήθειά σου!…
*
* *
Ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἡ Φαρμακολύτρια εἶν᾽ ἐκείνη, ἥτις χαλνᾷ τὰ μάγια, ἤτοι λύει πᾶσαν γοητείαν καὶ μεθοδείαν πονηρὰν ὑπ᾽ ἐχθρῶν γινομένην. Εἰς ἐμέ, παρευρεθέντα κατὰ τύχην ἐκεῖ, τὸ πρᾶγμα ἐφαίνετο παράξενον, ὅσον ἤθελε φανῆ εἰς μαθητὴν τῆς γ´ τάξεως ἐπαρχιακοῦ γυμνασίου, δραπετεύσαντα ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν μαθημάτων, εἰς τὸ μέσον τοῦ ἔτους. Ἀλλ᾽ ἡ ἐξαδέλφη μου Μαχούλα ἤξευρε τί ἔκαμνεν.
Ἕνα υἱόν, μονάκριβον, τὸν εἶχε. Καὶ εἶχε τέσσαρας κόρας μικράς, τῶν ὁποίων ἡ μεγαλυτέρα ἦτον ἤδη δεκαὲξ χρόνων. Καὶ ὁ υἱός της, πρωτότοκος, ἤγγιζεν ἤδη τὸ εἰκοστὸν ἔτος. Καὶ ἤδη ἔχανε τὸν νοῦν του κ᾽ ἐζητοῦσε νὰ νυμφευθῇ.
Τοῦ εἶχαν κάμει μάγια, αἱ γυναῖκες, ἀπὸ τὸν Πέρα Μαχαλάν. Καὶ τοῦ εἶχαν σηκώσει τὰ μυαλά του. Ποῖος ἠξεύρει τί μαγγανείας τοῦ ἔκαμαν, καὶ τί τοῦ ἔδωκαν νὰ πίῃ. Ἐγνώριζαν ἐκεῖναι ἀπὸ μαγείας…
Κι ἀγάπησε μίαν κόρην, ἥτις ἦτον μεγαλυτέρα ἀπ᾽ αὐτὸν στὰ χρόνια, καὶ ἤθελε νὰ τὴν λάβῃ σύζυγον.
«Ἢ θὰ τὴν πάρω, μάννα, ἢ θὰ σκοτωθῶ». Τὸ εἶχε πάρει κατάκαρδα. Ἦτον «ἐρωτοχτυπημένος». Τώρα, τί νὰ κάμῃ ἡ ἐξαδέλφη μου Μαχούλα; Ν᾽ ἀφήσῃ τὸν υἱόν της νὰ ἐμβῇ στὰ βάσανα, τόσον νέος, κι αὐτὴ νὰ ἔχῃ τέσσαρας κόρας ἀνυπάνδρους, νὰ τὰς καμαρώνῃ; Καὶ ποιὸς γονιὸς τὸ δέχεται, αὐτό;
Λοιπὸν ἔπεσε στὰ θεοτικὰ πράγματα. Ἔκαμε λειτουργίας πολλάς, καὶ ἁγιασμούς, καὶ παρακλήσεις. Ἐπῆρε τὰ ροῦχα τοῦ γυιοῦ της, καὶ τὰ ἔβαλε νὰ λειτουργηθοῦν ὑπὸ τὴν Ἁγίαν Τράπεζαν. Ἐπαίδευσε τὸν ἑαυτόν της μὲ πολλὰς νηστείας, ἀγρυπνίας, καὶ γονυκλισίας.
Τελευταῖον προσέφυγεν εἰς τὴν χάριν τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Φαρμακολυτρίας. Αὕτη εἶχε παρὰ Θεοῦ τὸ χάρισμα νὰ διαλύῃ τὰς μαγείας καὶ γοητείας. Ἐπῆγε, τὴν ἐλειτούργησεν, ἔζωσε τὸν ναόν της ἑπτὰ φοράς (τελοῦσα μόνη της ἰδιαιτέραν λειτουργίαν περιπαθῆ ἐκ μητρικῆς στοργῆς) μὲ κηρίον ἑκατονταόργυιον, τὸ ὁποῖον ἡ ἰδία εἶχε παρασκευάσει μὲ τὰς χεῖράς της, καὶ παρεκάλει τὴν Ἁγίαν νὰ χαλάσῃ τὰ μάγια, νὰ ἔλθῃ στὸν νοῦν του ὁ υἱός της, ὁ ἐρωτοχτυπημένος καὶ ποτισμένος ἀπὸ κακὰς μαγγανείας, καὶ νὰ μὴ χάνῃ τὰ μυαλά του ἄδικα…
*
* *
Ὅλ᾽ αὐτὰ τ᾽ ἀνεπόλουν καὶ τ᾽ ἀναπαρίστων μὲ τὸν νοῦν μου, ὡς νὰ εἶχαν συμβῆ χθές, καὶ εἶχαν παρέλθει ἤδη περισσότερα τῶν εἴκοσιν ἐτῶν ἀπὸ τότε. Εἶχον ἐξέλθει τῆς πολίχνης ἅμα τῇ δύσει τοῦ ἡλίου, καὶ εἶχον πορευθῆ μὲ τὴν ἀμφιλύκην ἕως τοῦ Δράκου τὸ ρέμα, ἐκεῖ ὁπόθεν ἀρχίζει ὁ ὑψηλός, κάθετος ἀνήφορος τοῦ Βαραντᾶ. Ἡ σελήνη δὲν εἶχεν ἀνατείλει ἀκόμη, ἐπειδὴ ἦτο δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας μετὰ τὴν πανσέληνον. Μέσα εἰς τὸ ρέμα, βαθιὰ κάτω, ἀντήχει ὁ ρόχθος τοῦ χειμάρρου, τοῦ σχηματιζομένου ἀπὸ τὰς χιόνας τὰς λυομένας. Καὶ εἷς ὑψηλὸς μαῦρος βράχος ἵστατο ἀπέναντί μου, μυστηριώδης εἰς τὸ σκότος.
Ἦτο κατὰ Μάρτιον μῆνα. Ὁ χείμαρρος ἐρρόχθει, ἔβρυχε, καὶ κατεφέρετο μετὰ κρότου, κ᾽ ἐκυλίετο σχηματίζων δύο καταρράκτας, κυρίαρχος εἰς τὴν σιγὴν τῆς νυκτός. Ὁ κρότος ἐκεῖνος ἐνέσπειρε φόβον εἰς τὴν ψυχήν μου, ἥτις ἀνεγνώριζε παρ᾽ ἑαυτῇ ὁμοιότητα μὲ τὸ ρεῦμα ἐκεῖνο. Ἐδεσπόζετο ὅλη ἀπὸ ἓν ὕπουλον πάθος, καθὼς τὸ βαθὺ ρεῦμα καὶ ἡ σιγὴ τῆς νυκτὸς ἐδεσπόζοντο ἀπὸ ἕνα δοῦπον ὑπόκωφον.
Μετὰ δυσκολίας διέκρινα τὸ μονοπάτι τὸ χαρασσόμενον ἀνὰ μέσον βρύων καὶ θάμνων πυκνῶν. Εἶτα, ἀντικρύ μου, εἰς τὴν κλιτὺν τὴν κρημνώδη, ἤρχισα νὰ βλέπω μίαν ἀνταύγειαν. Αἱ πρῶται ἀκτῖνες τῆς σελήνης ἐπηργύρωνον τὰς κορυφὰς τῶν δένδρων. Ἔφθασα εἰς τὴν βάσιν τοῦ ὄρους, καὶ ἤρχισα ν᾽ ἀνέρχωμαι τὸν ἀνήφορον. Ἀφοῦ ἀνέβην ὑπὲρ τὰ δισχίλια βήματα, σπεύδων καὶ ἀσθμαίνων, εἶδα πέραν ἀντικρὺ τὴν σελήνην, ἐκεῖθεν τοῦ συνδένδρου λόφου τοῦ κρύπτοντος ὄπισθέν μου τὸν ὁρίζοντα, εἶδα τὴν σελήνην ἀπαλλαγεῖσαν τῆς λοφιᾶς τοῦ ἀντικρινοῦ, μεμακρυσμένου βουνοῦ, ὅπου ἐπί τινα λεπτὰ ἐφαίνετο ὡς νὰ εἶχε βάλει φωτιὰν εἰς ἓν δένδρον μεμονωμένον, ὄρθιον ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ ὑψηλοῦ λόφου, τοῦ φράσσοντος τὸν λιμένα· τὸ δένδρον ἐφαίνετο ὡς νὰ καίεται· εἶτα ἡ Ἑκάτη, ἀφήσασα τὸ δένδρον μαῦρον καὶ σκοτεινὸν ἀπόκαυμα, ἀνῆλθε βραδεῖα, ἐν ἀγλαΐᾳ καὶ ἀποθεώσει φαεινῇ, ὕπερθεν τῆς λοφιᾶς τοῦ ὄρους.
Μετὰ ὥραν ἔφθασα εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ, εἶτα ὥδευσα ἐπὶ τοῦ ὀροπεδίου, ἐν παμφαεῖ σελήνῃ. Εἶτα ἔφθασα εἰς τὴν ἀντίθετον κλιτύν, ὅπου πάλιν εὗρον σκιὰς καὶ σύνδενδρα μέρη καὶ φόβητρα ἐμπρός μου. Ἐκεῖ παρακάτω ἦτον ἡ μικρὰ ἔπαυλις τοῦ Γιάννη τοῦ Στόγιου, ἀγρότου ἁπλοϊκοῦ φίλου μου. Ὑπερέβην τὸν χαμηλὸν φράκτην, εἰσῆλθον εἰς τὴν αὐλὴν κ᾽ ἔκρουσα τὴν θύραν.
Ὁ Στόγιος δὲν εἶχε κοιμηθῆ ἀκόμη, φῶς ἔλαμπε διὰ τοῦ φεγγίτου. Τὸν ἐκάλεσα ὀνομαστί. Ἐγνώρισε τὴν φωνήν μου, καὶ ἐλθὼν μοῦ ἤνοιξε. Μοὶ παρέσχε πρόθυμον ξενίαν καὶ στέγην.
Ἐγὼ ἐντούτοις δὲν ἤξευρα διατί εἶχα κρούσει τὴν θύραν του, ἀφοῦ δὲν εἶχα ὕπνον οὔτε νυσταγμόν. Ἀφοῦ ἐκεῖνος ἀπεκοιμήθη, ἔλαβα τὴν ράβδον καὶ τὸν πῖλόν μου καὶ ἐξῆλθον κράξας πρὸς αὐτὸν νὰ κλείσῃ, ἂν ἤθελε, τὴν θύραν· ἐκεῖνος, ἐπειδὴ «ἐλαγοκοιμᾶτο», πολὺ ἐλαφρά, μοῦ ἀπήντησε δι᾽ ἠρέμου γογγυσμοῦ, μέσα εἰς τὸν ὕπνον του.
Κατέβην ἀκόμη χαμηλότερα τὸ βουνόν. Ἡ σελήνη ἐμεσουράνει ἤδη, κ᾽ ἔφεγγεν εἰς ὅλην τὴν κλιτύν. Εἰς τὰς ποιμενικὰς ἐπαύλεις οἱ πετεινοὶ εἶχον λαλήσει. Κατῆλθον εἰς σύνδενδρον στενωπόν, ἐστράφην ἀριστερά, καὶ ἔφθασα εἰς τὸν ἔρημον ναΐσκον τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας.
… Καὶ τώρα, μετὰ εἴκοσιν ἔτη, ὅταν ἤρχισα ἤδη νὰ φθίνω, ἀφοῦ κατὰ κόρον ἐγεύθην τῆς ζωῆς ὅλην τὴν τρύγα καὶ τὴν πικρίαν, ἐὰν ἐγὼ ἐζήτουν νὰ ζώσω μὲ κηρίον τὸν ναὸν τῆς Μάρτυρος, οὔτε κηρίον πλέον ἁγνὸν θὰ ἠδυνάμην νὰ εὕρω, διότι ἀπὸ πολλοῦ ὅλοι οἱ κηροπλάσται ἐπώλουν νοθευμένα κηρία, καὶ οἱ μελισσοτρόφοι αὐτοὶ εἶχον μάθει νὰ νοθεύωσι τὸ κηρίον πρὶν τὸ πωλήσουν. Καὶ ὁ ναΐσκος τῆς Ἁγίας εἶχε περιέλθει εἰς παρακμὴν καὶ ἀτημελησίαν οἰκτράν, διότι ἡ θρησκευτικὴ εὐλάβεια μεγάλως εἶχεν ἐκπέσει ἐν τῷ μεταξύ. Δύο εἰκόνες λαδωμέναι καὶ φθαρμέναι ὑπῆρχον μόνον εἰς τὸ τέμπλον τὸ σαπρόν, ἡ μορφὴ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ δεξιά, καὶ ἀριστερὰ ἡ εἰκὼν τῆς ἀμνάδος του, τῆς στρεφούσης πρὸς αὐτὸν τὸ πρόσωπον, καὶ φαινομένης ὡς νὰ ἔκραζε μεγάλῃ τῇ φωνῇ: «Σέ, νυμφίε μου, ποθῶ!» Αἱ εἰκόνες τῆς Παναγίας καὶ τοῦ τιμίου Προδρόμου εἶχον γίνει ἄφαντοι. Ἴσως εἶχον ἀφαιρεθῆ ἀπὸ τὰς χεῖρας φιλαρχαίων ἢ ἐραστῶν τῆς Βυζαντινῆς τέχνης…
Ὑπῆρχον μόνον δυὸ κανδήλια ἡμιθραυσμένα ἢ ραγισμένα, ἡ βορεία πύλη τοῦ ἱεροῦ ἦτο ἄνευ θυρίδος, τὸ μόνον παράθυρον τὸ μεσημβρινὸν τοῦ ναοῦ ἄνευ παραθυροφύλλου, τὸ Θυσιαστήριον καὶ ἡ προσκομιδή, γυμνὰ καὶ ἀνεπίστρωτα, ἦσαν πλήρη κονιορτοῦ… Ὁ ναΐσκος ὁ ἑπταζωσμένος καὶ ἁγιασμένος δὲν ἐλειτουργεῖτο πλέον.
«Οὐ θυσία, οὐχ ὁλοκαύτωμα, οὐ τόπος τοῦ καρπῶσαι». Καὶ ἡ μυστικὴ λειτουργία, τὴν ὁποίαν ἐτέλει πρὸ χρόνων πολλῶν περὶ τοὺς τοίχους του ἡ φιλόστοργος Μαχούλα, ἡ ἐξαδέλφη μου, δὲν θὰ εἶχε ξαναγίνει πλέον ἀπὸ πολλοῦ.
*
* *
Ὤ! ἑπτάκις μόνον;… Ἑβδομηκοντάκις ἑπτὰ θὰ εἶχον τώρα ἀνάγκην νὰ περιζώσω τὸν ναὸν τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας!… Τοσάκις εἶχε περιεζωσμένην τὴν καρδίαν μου ἡ ἄκανθα τῆς πικρᾶς ἀγάπης, τοσάκις τὴν εἶχε περισφίγξει τὸ ἑρπετὸν πάθος, τὸ δολερόν… εὐλαβούμην νὰ εἴπω εἰς τὴν Ἁγίαν, ᾐσχυνόμην νὰ ὁμολογήσω πρὸς ἐμαυτόν, ὅτι ἤμην, ὀψὲ ἤδη τῆς ἡλικίας, λεία τοῦ πάθους καὶ ἕρμαιον…
Ἀλλὰ πρὸς τί νὰ προσφέρω λαμπάδας καὶ μοσχολίβανον, πρὸς τί νὰ περιζώσω μὲ κηρία τὸν ναόν; Ἡ Ἁγία ἠδύνατο ἴσως νὰ μὲ θεραπεύσῃ, ἀλλ᾽ ἐγὼ δὲν ἐπεθύμουν νὰ θεραπευθῶ. Θὰ ἐπροτίμων νὰ καίωμαι εἰς τὴν φλόγα τὴν βραδεῖαν… Ὑπάρχουν εἰς τὸν Παράδεισον Ἅγιοι δεχόμενοι τὰς εὐχὰς τῶν ἐρώντων;… Τάχα ἐκεῖ, δίπλα εἰς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Φαρμακολυτρίας, εἰς τὸ παλαιὸν ἐκεῖνο μεγαλομάρμαρον κτίριον τὸ αἰνιγματῶδες, νὰ ὑπῆρχε τὸ πάλαι ἱερὸν τῆς Ἀφροδίτης, νὰ ὑπῆρχε βωμὸς τοῦ Ἔρωτος;
Ὤ! καὶ ὅμως ἐτηκόμην… ὥρας-ὥρας ἐπεθύμουν, εἰ δυνατόν, νὰ ἰατρευθῶ. Βοήθει, Ἁγία Ἀναστασία!
*
* *
Καθὼς εἶχα περιεργασθῆ τὸν ναΐσκον, εἶχεν ἐξημερώσει ἤδη. Αἱ ὧραι εἶχον παρέλθει χωρὶς νὰ τὰς αἰσθανθῶ, κ᾽ ἐγὼ ἐν τῇ νάρκῃ καὶ τῇ ρέμβῃ τῆς νυκτός, χωρὶς νὰ αἰσθάνωμαι τὸ ψῦχος, εἶχον διέλθει ὅλην σχεδὸν τὴν νύκτα τοῦ Μαρτίου ἐκείνην εἰς τὸ ὕπαιθρον. Ἀπεμακρύνθην τοῦ παρεκκλησίου αἰσθανόμενος ἀκουσίαν ἀνακούφισιν ὅτι, ἔρημον καθὼς ἦτο τὸ ἱερόν της, ἡ Ἁγία δὲν θὰ ἤθελε πλέον νὰ μὲ θεραπεύσῃ.
Ἐκεῖ, παρ᾽ ἐλπίδα, συναντῶ τὴν ἐξαδέλφην μου Μαχούλαν… Ἦτο τοιαύτη ὁποία καὶ πρὸ εἴκοσι χρόνων, σχεδὸν δὲν εἶχε μεταβληθῆ τὸ πρόσωπόν της οὔτε λευκὴν τρίχα εἶχεν εἰς τὴν κόμην, οὔτε ρυτίδα εἰς τὸ μέτωπον. Ἦτον ἐκ τῶν γυναικῶν ἐκείνων τῶν ἐχουσῶν δευτέραν νεότητα, ἀνθηροτέραν τῆς πρώτης. Ὠχρὰ καὶ ἀφελὴς καὶ ἄπλαστος, ἐφαίνετο ἄσχημη ἐκ πρώτης ὄψεως, ἀλλὰ μετὰ δεύτερον βλέμμα ἀνεκάλυπτέ τις εἰς τὸ πρόσωπόν της ἄφατον γλυκύτητα. Ἦτο νύμφη καὶ ἱέρεια καὶ γυνή.
― Ποῦ σ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἐξάδελφε; μοῦ λέγει.
Ἡ ἐξαδέλφη Μαχούλα εἶχεν ἐλαιῶνα εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα. Τὴν χρονιὰν ἐκείνην ἦτο πλουσιωτάτη ἐλαιοφορία, καὶ ἂν καὶ ἦτο Μάρτιος ἤδη, τὸ μικρὸν καλάθιον, τὸ ὁποῖον ἐκράτει περὶ τὸν ἀγκῶνά της τὸν ἀριστερόν, ἦτο γεμᾶτον ἀπὸ ἐλαίας χαμάδας (ἢ θροῦμπες) ὡραίας καὶ στιλβούσας· αἱ τελευταῖαι ἐλαῖαι ἔπιπτον ἀπὸ τὰ δένδρα ἀκόμη περὶ τὴν ἄνοιξιν. Ἐθεώρει τὴν ἐξοχὴν ἐκείνην ὡς γειτονίαν ἰδικήν της, καὶ δι᾽ αὐτὸ ἔλεγε: «Ποῦ σ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμο».
Ἐγὼ τὴν ἐχαιρέτισα κ᾽ ἐκάθισα ἐπί τινος ὄχθου, ὑπὸ δένδρον ἐλαίας, εἰς τὴν ἐσχατιὰν τοῦ ἐλαιῶνος. Ἐκείνη ἐλθοῦσα ἀπέθεσε τὸ καλάθιόν της πλησίον μου, καὶ περιστείλασα ἐπιμελῶς μὲ τὰς δύο χεῖρας τὰ κράσπεδα τῆς ἐσθῆτός της, ἐκάθισεν ὀλίγον παραπέρα.
― Τρῷς χαμάδες, νὰ σὲ φιλέψω, ἐξάδελφε;
―Ἐξαδέλφη Μαχούλα, ἤρχισα ἐγώ, χωρὶς ἄλλως ν᾽ ἀπαντήσω εἰς τὴν φιλόφρονα προσφοράν της, θυμᾶσαι, τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ὅταν ἤμουν ἐγὼ παιδί, ποὺ ἔζωνες μὲ κηρὶ τὸ ξωκκλήσι τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας;
― Θυμοῦμαι, ἀπήντησε.
― Πές μου, σὰν νὰ μὴ ξέρω, γιατί τὸ ἔκανες;
― Τὸ εἶχα τάξιμο, γιατὶ ὁ Μανωλάκης ἦτον ἐρωτοχτυπημένος· κ᾽ ἐπειδὴς ἡ Ἁγία Ἀναστασία εἶναι ποὺ λύνει τὰ μάγια, μεγάλ᾽ ἡ χάρη της, ἔζωσα τὸ κλησιδάκι της, καὶ τὴν ἐπερικαλοῦσα, μὴν τυχὸν ἦτο μαγεμένο τὸ παιδί μου, γιὰ νὰ χαλάσῃ τὰ μάγια.
― Κ᾽ ὕστερα, τί ἀπόγινε; Πές μου τα ὅλα, σὰν νὰ εἶμαι πνεματικός, γιατὶ ἐγώ, ξέρεις, τὸν περισσότερον καιρὸ ἔλειπα ἀπ᾽ τὴν πατρίδα, καὶ δὲν τὰ παρηκολούθησα καλά.
― Φαίνεται ὅτι δὲν τοῦ εἶχαν καμωμένα μάγια, μόνο ὁ ἴδιος εἶχε πέσει στὸν ἔρωτα, κ᾽ ἡ Ἁγία, σὰν δὲν ἦτον ἀπὸ μάγια, δὲν μποροῦσε μὲ τὸ στανιὸ νὰ τοῦ ἀλλάξῃ τὰ μυαλά, γιατὶ μοναχός του καὶ θέλοντας ἔβαλε σεβντὰ μέσα του. Τὸ λοιπὸν ἡ Ἁγία ἔδειξε τὸ θάμα της μὲ ἄλλον τρόπο· σὰν ἐτέλεψα τὸ τάξιμό μου, στὸν μῆν᾽ ἀπάνω, τὸ κορίτσι ἀρρεβωνιάστηκε μὲ ἄλλον καὶ σ᾽ ὀλίγον καιρὸ ἔγινεν ὁ γάμος. Τότε, ἐπειδὴ ἦτον φόβος νὰ τρελαθῇ ἢ νὰ χτικιάσῃ τὸ παιδί μου, ἀπ᾽ τὸ κακό του, τὸν ἔταξα στὴν Παναγιὰ τὴν Κουνίστρα, μεγάλ᾽ ἡ χάρη της, γιὰ νὰ τὸν γλυτώσῃ ἀπ᾽ τὴν τρέλα κι ἀπ᾽ τὴν ἀρρώστια… Τοῦ κόστισε πολύ, ἐπόνεσε, ἔχασε τὴν ὄρεξή του, κιτρίνισε σὰν τὸ κερί, ἔλυωσε στὸν ἀπάν᾽ κόσμο… Ὣς τόσο, ἡ Παναγία ἔδειξε τὸ θάμα της, καὶ τὸ παιδὶ δὲν ἐτρελάθη οὔτε χτίκιασε… Σ᾽ ὀλίγον καιρό, ἦρθε στὸν ἑαυτό του.
― Καὶ τώρα τί γίνεται;
― Τώρα ταξιδεύει μὲ τὴ γολέτα μας, στὰ μέρη τῆς Ἀνατολῆς… Ἐπῆρε δίπλωμα πλοιαρχίας καὶ τὴν κυβερνᾷ ὁ ἴδιος, ἐπειδὴ ὁ πατέρας του γέρασε κ᾽ ἐκάθισε ἔξω… Φαίνεται πὼς τὸ ἔρριξε λιγάκι στὸ πιόμα, ὁ Μανωλάκης, μὰ δὲν τὸ παρακάνει πιστεύω… Ἄσπρισε, καὶ δὲν θέλει νὰ παντρευτῇ… Καλύτερα γιὰ μένα νὰ σοῦ πῶ, ἐξάδελφε. Μ᾽ ἐβοήθησε κ᾽ οἰκονόμησα τὰ δυὸ κορίτσια· τώρα ἔχω ἀκόμα ἄλλα δυό. Καλύτερα ποὺ γλύτωσε ἀπὸ τὰ βάσανα… Δὲν συμφέρει νὰ παραπληθαίνῃ καὶ πολὺ ὁ κόσμος. Ὁ γείτονάς μου ὁ Κωσταντὴς ὁ Ρήγας, ἔξυπνος καὶ κοσμογυρισμένος ἄνθρωπος, ἅμα ἰδῇ νὰ γεννηθῇ κανέν᾽ ἀγόρι στὴ γειτονιά, καὶ βλέπῃ τὶς γυναῖκες κι ὅλους τοὺς συγγενεῖς νά ᾽χουνε χαρές, συνηθίζει νὰ λέῃ: «Χαρῆτε, βρὲ παιδιά· γεννήθηκε κι ἄλλος χαμάλης!»
Ἀκολούθως ἠρώτησα τὴν ἐξαδέλφην μου ἂν τυχὸν συνέβησαν καὶ ἄλλα τινὰ περίεργα ἐν σχέσει μὲ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ἡ Μαχούλα ἀπήντησεν:
― Ἕνα βράδυ, σ᾽ ἐκείνην τὴν ἐποχή, ἐνῷ ἐγύριζα ἀπὸ τὸν ἐλαιῶνα, κ᾽ ἐπέρασα ἀπ᾽ τὴν Ἁγία Ἀναστασία νὰ κάμω τὸν σταυρό μου, καὶ νὰ ἀνάψω τὰ καντήλια, καθὼς ἐνύχτωνε, ἄκουσα κάτι κρότους, μὰ κρότους παράξενους πολύ, σ᾽ ἐκεῖνο τὸ διπλανὸ τὸ χτίριο μὲ τὰ μάρμαρα, ποὺ λένε πὼς εἶναι στοιχειωμένο… Πάλι μιὰ νύχτα, ἔβλεπα στ᾽ ὄνειρό μου πὼς βρισκόμουν στὸ ξωκκλήσι τῆς Ἁγίας, κ᾽ ἐκεῖ εἶδα τάχα ἕνα πρᾶμα παράξενο πολύ, νὰ προβάλῃ καὶ νὰ βγῇ ἔξω καὶ νὰ κυλιστῇ, ἀπὸ κεῖνο τὸ στοιχειωμένο χτίριο… Καὶ μοῦ ἐφάνη τάχα, πὼς ἦρθ᾽ ἕνα κορίτσι ὄμορφο, μὰ ὄμορφο πολύ, ἔλαμπε τὸ πρόσωπό του, καὶ μοῦ ἔδωκε ἕνα λουλουδάκι λευκό, μοσχομυρωδᾶτο, καὶ μοῦ εἶπε: «Νά, δῶσ᾽ το αὐτὸ τοῦ γυιοῦ σου, νὰ μυριστῇ· εἶναι ἄνθος τῆς Ἐδέμ». Ἔξαφνα, γυρίζει πίσω ἐκεῖνο τὸ πρᾶμα, τὸ παράξενο, τὸ μαῦρο καὶ κατακόκκινο, ποὺ εἶχε πηδήσει ἀπὸ τὸ χτίριο τὸ παλιό, γυρίζει πίσω θεριωμένο καὶ ρίχνετ᾽ ἐπάνω μου κ᾽ ἐζητοῦσε νὰ μοῦ ἁρπάξῃ ἀπ᾽ τὰ χέρια τὸ λουλούδι ποὺ μοῦ εἶχε δώσει ἡ ὄμορφη κοπέλα, ποὺ φαίνεται νὰ ἦτον ἡ Ἁγία Ἀναστασία… Στὴν ἴδια στιγμὴ ἡ Ἁγία φαίνεται πάλι, σὰν νά ᾽βγαινε ἀπ᾽ τὴν Ἁγία Πύλη τοῦ Ἱεροῦ, καὶ μ᾽ ἕνα κλωναράκι ἀπὸ βάια ποὺ βαστοῦσε στὰ χέρια, δίνει μιὰ καὶ τοῦ κόφτει τὸ χέρι, τοῦ τρισκατάρατου, ποὺ γύρευε νὰ μοῦ ἁρπάξῃ τὸ λουλούδι… Αὐτὰ εἶδα.
*
* *
Ὅλην τὴν ἡμέραν ἐπλανώμην εἰς τὰ ρεύματα καὶ τοὺς αἰγιαλούς, ἀνὰ τὴν ἀγρίαν ἀκτήν, τὴν βορεινὴν καὶ θαλασσοπλῆγα, καὶ μόνον τὸ δειλινὸν ἐπανῆλθον εἰς τὴν ἔπαυλιν τοῦ Στόγιου διὰ νὰ κοιμηθῶ ὀλίγας ὥρας. Ὅταν ἐξύπνησα, ἡ σελήνη εἶχεν ἀνατείλει, ἀλλ᾽ εἶχα χάσει τὸν ὕπνον μου δι᾽ ὅλην τὴν νύκτα.
Τὰ βήματά μου μ᾽ ἔφεραν καὶ πάλιν πρὸς τὸν ναΐσκον τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας. Ἤναψα τεμάχιον λαμπάδος ἐκ κηροῦ μετρίως νοθευμένου, τὴν ὁποίαν εἶχον ἀγοράσει τὴν προτεραίαν εἰς τὴν πολίχνην, τὴν εἶχα δὲ κόψει εἰς τέσσαρα τεμάχια χάριν εὐκολίας, καὶ περιτυλίξας εἰς χαρτίον, τὴν εἶχα βάλει εἰς τὸ θυλάκιόν μου. Τὴν προλαβοῦσαν νύκτα εἶχα λησμονήσει εἰς τὸ θυλάκιόν μου τὰ τεμάχια τῆς λαμπάδος.
Ἐκόλλησα τὸ κηρίον τοῦτο εἰς τὸ μανουάλιον, κ᾽ ἐκάθισα εἰς ἓν τῶν δύο ἢ τριῶν στασιδίων, ὅσα ὑπῆρχον διὰ νὰ ξεκουρασθῶ… Εἶτα ἠθέλησα νὰ γονυπετήσω, καὶ προσεπάθησα νὰ δεηθῶ ἀλλ᾽ ἐρρέμβαζον. Ἔκλεισα τὰ ὄμματα, ἐπαιτῶν ἕνα ὕπνον, ἀλλ᾽ ὁ πόνος ἠγρύπνει ἐντός μου.
Εἰς τὰς ὥρας τῆς μοναξίας τῆς νυκτὸς ἐκείνης, τῶν ἀσυναρτήτων προσευχῶν καὶ τῶν ἀκουσίων βλασφημιῶν, ἔπλεον ὡς ἐν ὀνείρῳ εἰς ἄλλον κόσμον. Ἤκουον ἤχους, ψιθύρους καὶ φωνάς. Μοῦ ἐφαίνετο ὅτι αἱ ἀναμνήσεις καὶ αἱ εἰκόνες, αἱ πολιορκοῦσαι τὸν νοῦν μου, ἐλάμβανον μορφὴν καὶ σῶμα, ἐβόμβουν περὶ τὰ ὦτά μου ὡς σμῆνος ἀπειράριθμον πτερωτῶν ψυχῶν, προσέβλεπον τὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας, καὶ μοῦ ἐφαίνετο τόσον ὡραία, ὅσον ἐφάνη ἐν ὀνείρῳ εἰς τὴν ἐξαδέλφην Μαχούλαν. Εἶτα μία ἄλλη μορφὴ μοῦ ἐφάνη ὅτι ἐστάθη ἔμπροσθεν τῆς εἰκόνος, καὶ τὴν ἀπέκρυψε.
Τὴν στιγμὴ ἐκείνην ἤκουσα μέγαν θόρυβον ἔξω, δεξιόθεν τοῦ ναοῦ, εἰς τὸ μέρος ὅπου ἦτο τὸ παλαιὸν κτίριον, τὸ «στοιχειωμένον». Πάραυτα ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν μου ἡ διήγησις τῆς ἐξαδέλφης Μαχούλας. Ἔλαβον τὴν λαμπάδα, καὶ ἔτρεξα ἔξω τῆς θύρας.
Αὔρα ἔπνεε ψυχρά, καὶ ἠπείλει νὰ σβήσῃ τὴν λαμπάδα. Ἐπειδὴ ἐδέησε νὰ περιστεγάσω τὸ φῶς διὰ τῆς παλάμης, δὲν ἔβλεπον τίποτε πέραν τοῦ τοίχου τοῦ ναοῦ. Ἡ σελήνη εἶχε περικαλυφθῆ εἰς νέφη. Διέκρινον εἰς τὸ σκιόφως τὸ μαρμάρινον κτίριον, καὶ δὲν ἐνόουν τίποτε. Μοῦ ἐφάνη ὅτι πρᾶγμά τι ἐξεπήδησεν ἐκεῖθεν τοῦ τοίχου καὶ ἐτράπη εἰς φυγήν· ἴσως ἦτον ἀγριόγατος ἢ νυφίτσα θηρεύουσα εἰς τὸ σκότος.
Ἐπανῆλθον εἰς τὸν ναόν, κ᾽ ἔκαμα τὸν σταυρόν μου. Ἐκάθισα πάλιν εἰς τὸ στασίδιον. Ἡ μορφὴ ἥτις μοῦ ἐφαίνετο παρεστῶσα ἐκεῖ, ἡ φέρουσα τὴν ἁγνότητα εἰς τὰ ὄμματα τὰ κάτω νεύοντα, καὶ τὸν γλυκασμὸν περὶ τὰ χείλη τὰ ἁβρὰ καὶ μελιχρά, μοῦ ἐφάνη ὅτι ἀντήλλασσε νεύματα μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας. Μοῦ ἐφάνη ὅτι τὰ χείλη της ἐψιθύριζον ἱκεσίαν, καὶ τὸ βλέμμα τῆς εἰκόνος ἔνευε συγκατάθεσιν…
Ὕπνος τότε μὲ κατέλαβεν, εἰς τὸ στασίδιον ὅπου ἐκαθήμην. Ὁ ὕπνος ἦτον ἄνευ ὀνείρων, ὅλα τὰ ὄνειρα τοῦ τὰ εἶχεν ἀφαιρέσει ἡ ἐγρήγορσις. Μόνον ἐνδομύχως εἰς τὸ βάθος τῆς συνειδήσεως μου, μία φωνή, ἥτις ὡμοίαζε μὲ χρησμόν, ἠκούσθη ἀμυδρῶς νὰ ψιθυρίζῃ: «Ὕπαγε, ἀνίατε· ὁ πόνος θὰ εἶναι ἡ ζωή σου…»
Ἐξύπνησα. Ἐσηκώθην καὶ ἔφυγα. ᾘσθανόμην ἀγρίαν χαράν, διότι ἡ Ἁγία δὲν εἶχεν εἰσακούσει τὴν δέησίν μου.”
(Διὰ τὴν ἀντιγραφήν)
(1900)

10.12.12

Εγκληματίες παπανδρέου, σαμαρά, βενιζέλε, κουβέλη, ευρωπαίοι...

Θα δούμε ακόμη πολλά θύματα. Το ζήτημα είναι στα πόσα θα ξεκουμπιστείτε από την εξουσία και θα εκτελεστείτε, μετά από δημόσια διαπόμπευση...

 

9.12.12

«Ή τώρα ή ποτέ» για τα ελληνικά κοιτάσματα

Θεοδωράκης Μίκης, εφ. Το Βήμα, 9/12/201

Διάβασα πρόσφατα άρθρο του καθηγητή Μ. Μελετόπουλου με τίτλο «Στο βάθος το φυσικό αέριο», που πιστεύω ότι μας βοηθάει να τοποθετήσουμε τη σημερινή κρίση μέσα στον διεθνή χώρο, δεδομένου ότι «η διεθνής οικονομία διαπλέκεται με τη γεωπολιτική».

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ειδικά στις ανεπτυγμένες χώρες του καπιταλιστικού συστήματος η ενέργεια αποτελεί τον βασικό τροφοδότη για τη λειτουργία και την επιβίωσή του. Και αυτή η ενέργεια σήμερα, όπως και χθες και αύριο, έχει όνομα. Δηλαδή, πετρέλαιο και φυσικό αέριο.

Ο κ. Μελετόπουλος επιβεβαιώνει την άποψη ότι από την Αδριατική ως τις ακτές τις Συρίας υπάρχει «τεράστιο κοίτασμα φυσικού αερίου και πετρελαίου». Στο μέσον αυτής της περιοχής βρίσκεται η χώρα μας, της οποίας η ΑΟΖ (Ανεξάρτητη Οικονομική Ζώνη) φαίνεται ότι περιέχει το μεγαλύτερο ποσοστό αυτού του «τεράστιου» κοιτάσματος.

Ετσι εξηγείται το γεγονός ότι όλες οι εξαρτημένες από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη (βασικά τη Γερμανία) κυβερνήσεις δεν τόλμησαν ως τώρα να ανακηρύξουν την ελληνική ΑΟΖ, όπως έχουν κάνει όλες οι άλλες παραθαλάσσιες χώρες, γιατί, ως φαίνεται, τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Γερμανία διεκδικούν τον υποθαλάσσιο πλούτο μας για τον εαυτό τους.

Γράφει ο κ. καθηγητής: «Η πιο αθέατη ίσως πτυχή είναι η σχέση της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους με την πρόσβαση στα κοιτάσματα. Τα δύο μόνα ευρωπαϊκά κράτη με πρόσβαση στα κοιτάσματα, η Ελλάδα και η Κύπρος, βρίσκονται σήμερα σε δίνη». Πράγματι η πτυχή αυτή είναι εντελώς αθέατη από τον ελληνικό λαό, με μόνη εξαίρεση εμάς, τα μέλη της «Σπίθας» (που κάποιοι προσπαθούν να μας κάνουν αθέατους γιατί τολμήσαμε), που από την πρώτη στιγμή τονίσαμε ότι μια χώρα της οποίας το οικονομικό μέγεθος αντιπροσωπεύει το 2% της ευρωπαϊκής οικονομίας είναι αδύνατον να αποτελεί οικονομικό πρόβλημα για την «Ευρώπη» (βλ. Γερμανία), οπότε θα πρέπει να ψάξουμε να βρούμε τους πραγματικούς λόγους για τους οποίους ο λαός μας οδηγήθηκε σ' αυτή την κρίση και οι οποίοι για μας είναι αυτοί που σημειώνονται στο ίδιο άρθρο: «Ισχυρές δυνάμεις όπως η Γερμανία επιδιώκουν τον οικονομικό (μας) έλεγχο και μέσω αυτού την εξασφάλιση δικαιωμάτων επί των ενεργειακών κοιτασμάτων μέσω της υποθήκευσης περιουσιακών (μας) στοιχείων».

Αυτή η αποκάλυψη της αλήθειας εξηγεί γιατί αυτή η πτυχή της κρίσης παραμένει αθέατη. Πώς όμως είναι δυνατόν ένας ολόκληρος λαός να παραπληροφορείται σε τέτοιον βαθμό ώστε να μην μπορεί να αντιληφθεί μια τόσο σημαντική πραγματικότητα που τον αφορά άμεσα, δεδομένου ότι για χάρη της πληρώνει ένα τόσο μεγάλο και οδυνηρό τίμημα; Αυτό σημαίνει ότι τα όργανα και οι πράκτορες των ξένων δυνάμεων έχουν καταφέρει να ελέγχουν το σύνολο του πολιτικού, οικονομικού και πληροφοριακού κόσμου, σε σημείο που να τυφλώνουν έναν ολόκληρο λαό, με σκοπό να τον εξουδετερώσουν, ώστε να μπορέσουν να βάλουν στο χέρι τον υποθαλάσσιο πλούτο της χώρας του. Δηλαδή, να τον κλέψουν. Γιατί σε τελική ανάλυση περί αυτού πρόκειται.

Όπως στα κινηματογραφικά έργα, κι εδώ υπάρχει μια συμμορία ληστών που με τη συνενοχή ορισμένων υπαλλήλων μιας τράπεζας προσπαθεί να αναισθητοποιήσει το προσωπικό ώστε να μπορέσει να φτάσει ανενόχλητη στο θησαυροφυλάκιο. Η διαφορά ανάμεσα στον ελληνικό λαό και στους υπαλλήλους της τράπεζας είναι ότι οι μεν υπάλληλοι γνωρίζουν πού βρίσκεται το θησαυροφυλάκιο, ενώ οι Ελληνες αγνοούν ακόμη και το ότι υπάρχει δικός τους θησαυρός. Και γι' αυτόν τον λόγο οι ελληνικές κυβερνήσεις απαγορεύεται να ανακηρύξουν την ελληνική ΑΟΖ και φιμώνεται κάθε φωνή που προσπαθεί να διαφωτίσει την κοινή γνώμη για το τι σημαίνει στην πραγματικότητα η ύπαρξη ΑΟΖ, πόσα είναι τα κοιτάσματα που της ανήκουν και ποια είναι η αξία τους.

Με άλλα λόγια, βιώνουμε σήμερα στο πετσί μας τις συνέπειες ενός απεχθούς και επαχθούς εγκλήματος σε βάρος του λαού και της χώρας με συνοργανωτές και συνενόχους Ελληνες και ξένους που για τον άλφα ή τον βήτα λόγο υπηρετούν ξένα συμφέροντα.

Ο κ. Μελετόπουλος σημειώνει ότι χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία, η Ρωσία, ακόμη και η Κίνα, είναι βέβαιον ότι θα αντιδράσουν σε προσπάθεια ανακατανομής των ενεργειακών πόρων, άρα της παγκόσμιας ισορροπίας ισχύος.

Από την παραπάνω διαπίστωση προκύπτει ότι θεωρεί πως η Γερμανία είναι εκείνη που βρίσκεται πίσω από τη διεκδίκηση του υποθαλάσσιου θησαυρού μας, ενώ παράλληλα η απουσία της αναφοράς του ελληνικού λαού ως νόμιμου διεκδικητή των ενεργειακών πόρων δημιουργεί την εντύπωση ότι θεωρείται ανάξιος να υπερασπίσει τα δικαιώματα της χώρας του σε σχέση με τη δική του περιουσία. Είναι όμως ο ελληνικός λαός ανάξιος ή αυτοί που διαχειρίζονται τα συμφέροντά του ως σήμερα καταφέρνουν να τον καταστήσουν ανήμπορο να υπερασπίσει τον εαυτό του;

Το Κίνημά μας, η Σπίθα, σε μια πρώτη φάση, όταν αποκάλυπτε στον λαό μας την αλήθεια για τα μνημόνια, κατάφερε να τον ταρακουνήσει και να τον βγάλει στις πλατείες και τους δρόμους. Να τον σηκώσει όρθιο. Το τι ακριβώς έγινε στη συνέχεια μετά τις εκλογές και ποιοι ευθύνονται για τη χειμερία νάρκη στην οποία έχει περιπέσει είναι θέματα ταμπού που εμπίπτουν στην προσπάθεια φίμωσης και τύφλωσης που ξεκίνησε με το μνημόνιο. Γι' αυτό και εμείς, που είχαμε την «απερισκεψία» να αποδείξουμε με αδιάσειστα στοιχεία το εύρος του υποθαλάσσιου πλούτου, τιμωρηθήκαμε με την απόλυτη φίμωση που είχε σκοπό να εξοντώσει κατ' αρχήν τον αριθμό ένα τρισεκατομμύριο επτακόσια δισεκατομμύρια δολάρια μονάχα στα κοιτάσματα νοτίως της Κρήτης.

Άνοιξε μονάχα μια μικρή σχισμή χάρη στην πρωινή εκπομπή του Παπαδάκη στον Αntenna. Οπου κατάφερα να πω δυο λόγια.

Ωστόσο ο ελληνικός λαός εξακολουθεί να αγνοεί ότι είναι πλούσιος! Πολύ πλούσιος!

Φανταστείτε κάποιον ρακένδυτο να ζητιανεύει για λίγα ευρώ, ίσα-ίσα για να αγοράσει ένα κουλούρι, και να μη γνωρίζει ότι κάποιος συγγενής του τού άφησε κληρονομικά δισεκατομμύρια ευρώ. Αυτός είναι ο ελληνικός λαός σήμερα. Κάθε τρεις μήνες ζητιανεύει για τη δόση του (λες και έγινε τοξικομανής) και παρακαλεί γονατιστός τους ξένους άρχοντες να τον λυπηθούν αγνοώντας ότι δεν έχει κανέναν ανάγκη, μια και, όπως είπα, είναι πλούσιος - πολύ πλούσιος -, δεν το ξέρει όμως, γιατί κάποιοι ξένοι και Ελληνες δυστυχώς του κλείνουν τα μάτια, αφού αυτοί γνωρίζουν καλά τα κρυμμένα πλούτη αυτής της χώρας και θέλουν να τον τυφλώσουν, να τον εξουδετερώσουν, για να τα πάρουν. Να τον κλέψουν. Αυτή είναι η σωστή λέξη.

Μετά από όλα αυτά, ποιον θα πρέπει να οικτίρει κανείς; Την πλούσια Γερμανία που ξεπέφτει σ' αυτό το επίπεδο; Τους συνενόχους της εδώ στην Ελλάδα που εν γνώσει τους ταλαιπωρούν την ίδια τους την πατρίδα, τη στιγμή που βρίσκεται μόνο ένα βήμα πιο κοντά στην οριστική της απελευθέρωση από τον φαύλο κύκλο των δανείων - χρεών - τόκων - δανείων;

Είτε, τέλος, τον ελληνικό λαό που έχω αρχίσει να πιστεύω ότι δεν μπορεί να ζήσει πια χωρίς αφεντικά που να τον φιμώνουν, να τον τυφλώνουν, να τον κοροϊδεύουν και να τον κλέβουν;

Είναι όμως έτσι ή έχει αρχίσει να επιδρά καταλυτικά επάνω του η πολιτική τού «Σοκ και Δέος»;

Έχω τη γνώμη ότι αυτή «η αθέατη πτυχή της ευρωπαϊκής χρήσης χρέους» που σχετίζεται «με την πρόσβαση στο κοίτασμα» έχει βοηθήσει τη Γερμανία να κάνει μεγάλα και αποφασιστικά βήματα σε ό,τι αφορά τον έλεγχο του οικονομικού αλλά και του ευρύτερου χώρου της χώρας. Γεγονός που σηματοδοτεί η κυβέρνηση Σαμαρά. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι οι Αμερικανοί έχουν παραμεριστεί. Ας μην ξεχνάμε ότι μας ελέγχουν, ασφυκτικά θα έλεγα, από το 1948 ως σήμερα. Και είναι φυσικό στο διάστημα αυτό να έχουν εγκαθιδρύσει στρατιές ανθρώπων και οργανισμών που εξακολουθούν να ελέγχουν ευαίσθητους τομείς σε όλους τους χώρους.Εκείνο που προβλέπω είναι ότι, απόντων των ανεξάρτητων Ελλήνων που τους υπολογίζω σε ένα minimum 70% του πληθυσμού, οι δύο αντίπαλες ισχυρές δυνάμεις, οι ΗΠΑ και η Γερμανία, θα υποχρεωθούν να μοιράσουν τον έλεγχό τους επί της χώρας μας επιβάλλοντας έναν νέου τύπου δικομματισμό με δύο κυβερνήσεις που θα εναλλάσσονται στην εξουσία. Η μία υπό τη σκιά των Αμερικανών και η άλλη των Γερμανών. Ως σήμερα ο δικομματισμός είχε ένα αφεντικό: τις ΗΠΑ. Τώρα θα έχει δύο. Πράγμα που μας πάει ακόμη πιο πίσω από την εποχή της αμερικανοκρατίας. Και αυτό γιατί οι αντιθέσεις των δύο μεγάλων - που μπορεί κάποτε να λάβουν μεγάλη οξύτητα - θα περνούν κάθετα στα δύο κόμματα εξουσίας και από εκεί στον λαό. Δηλαδή, κάτι που θα μας θυμίζει την αντίθεση ανάμεσα στα δύο ζεύγη: Αγγλία και Βενιζέλος, Γερμανία και Κωνσταντίνος. Αντίθεση που μας οδήγησε στη μεγαλύτερη καταστροφή όλων των αιώνων, την απώλεια της Μικράς Ασίας, δηλαδή του ουσιαστικού λίκνου του Ελληνισμού.

Σε όλο αυτό το σκοτεινό και απαισιόδοξο φάσμα των εξελίξεων δεν βλέπω παρά μόνο μία λύση: την ενημέρωση όλων των Ελλήνων για τον εθνικό μας πλούτο. Εχω την ελπίδα ότι, αν οι Ελληνες βεβαιωθούν πως είναι πλούσιοι, το όραμα αυτού του «τεράστιου», όπως λέει και ο κ. Μελετόπουλος, πλούτου θα τους προσφέρει την ηθική και ψυχολογική δύναμη να δημιουργήσουν οι ίδιοι ανάμεσα στο αμερικανικό και στο γερμανικό κόμμα το δικό τους, το ελληνικό.

Σχετικά με το θέμα αυτό έχω μιλήσει διεξοδικά. Επομένως δεν έχω τίποτα να προσθέσω.

Θα επαναλάβω μόνο τις λέξεις: «Ή τώρα ή ποτέ». Και όταν λέω «ποτέ», το εννοώ. Γιατί, αν ο ελληνικός λαός δεν αδράξει αυτή την τελευταία ευκαιρία, θα είναι χαμένος, γονατισμένος, εξαθλιωμένος και ντροπιασμένος για πάρα-πάρα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Ισως και για αιώνες.

 

  • Να προσθέσω μια μόνο παράμετρο στο ενδιαφέρον κείμενο του Μίκη: Αμερικανοί και Γερμανοί ΔΕΝ θέλουν να αρχίσουν ΤΩΡΑ να βγαίνουν τα ελληνικά κοιτάσματα αλλά ΑΡΓΟΤΕΡΑ, ΟΤΑΝ ΘΑ ΕΧΟΥΜΕ ΠΕΡΑΣΕΙ ΗΔΗ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΥΔΡΟΓΟΝΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΜΟΡΦΩΝ ΚΑΥΣΙΜΩΝ. ΦΥΣΙΚΑ ΤΟΤΕ Η ΤΙΜΗ ΤΟΥΣ ΘΑ ΕΧΕΙ ΠΕΣΕΙ ΣΤΑ ΤΑΡΤΑΡΑ.
  • ΚΙ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΣΥΜΦΕΡΕΙ ΕΜΑΣ!!!
 

8.12.12

Μοιραίοι

Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα! 

7.12.12

Η έπαυλη χάθηκε στη μετάφραση!

 

Η νέα ευκαιρία της γεωργίας και ο εξαιρετικός κ. Τσαυτάρης

Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής θεωρούνται, πέραν των άλλων, από τους μεγαλύτερους παραγωγούς αγροτικών προϊόντων και ιδιαιτέρως πρωταγωνιστούν στην παραγωγή βασικών τροφίμων, όπως το καλαμπόκι και η σόγια. Και τα δύο θεωρούνται κρίσιμα στρατηγικά προϊόντα, βασικά της διατροφής ανθρώπων και ζώων.

Η παραγωγή τους μάλιστα ευνοείται στις ΗΠΑ από τις ιδιαίτερες κλιματολογικές συνθήκες,οι οποίες και δίδουν συγκριτικό πλεονέκτημα.Η Βόρεια Αμερική άλλωστε εξήγαγε σχεδόν το ένα τρίτο της παραγωγής καλαμποκιού και κανείς δεν μπορούσε να την ανταγωνιστεί σε τιμές και ποσότητες.

Αυτός ήταν και ο λόγος που η Ευρώπη είχε σχεδόν εγκαταλείψει τις συγκεκριμένες καλλιέργειες. Έβρισκε άφθονο φθηνό καλαμπόκι και ακόμη περισσότερη σόγια στις ΗΠΑ. Δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί την αμερικάνικη παραγωγή και έτσι εγκατέλειψε την όποια προσπάθεια.

Αίφνης ωστόσο οι συνθήκες άλλαξαν. Οι Αμερικανοί αποφάσισαν να διαθέτουν το ένα τρίτο της παραγωγής καλαμποκιού για παραγωγή βιοντήζελ και οι αναπτυσσόμενοι Κινέζοι,με τα τεράστια αποθέματα ζήτησης και τις απίθανες ανάγκες σε βασικά τρόφιμα και ζωοτροφές, διεκδίκησαν το απόθεμα σόγιας προσφέροντας υψηλότερες τιμές μέχρι 30%.

Κάπως έτσι η Ευρώπη ξέμεινε από βασικά τρόφιμα, δηλαδή από καλαμπόκι και σόγια, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να θρέψει τα ζώα της και μεσοπρόθεσμα να αντιμετωπίζει η ίδια πρόβλημα επάρκειας. Αυτός είναι και ο λόγος που η Ευρωπαϊκή Ένωση αλλάζει τη γεωργική πολιτική της.Εκεί που αποθάρρυνε χώρες και γεωργούς,τώρα έφθασε στο σημείο να διεκδικεί την αυτάρκειά της σε τρόφιμα.

Η αλλαγή αυτή, η μεγάλη στροφή της Ευρώπης προς τη διεκδίκηση της αυτάρκειας σε τρόφιμα αλλάζει άρδην τις συνθήκες της γεωργικής παραγωγής στην Ελλάδα. Επειδή προφανέστατα αλλάζει τα δεδομένα, τόσο στο επίπεδο της ζήτησης, όσο και των τιμών.

Κατά ευτυχή συγκυρία αυτή η μεγάλη αλλαγή στην Ευρώπη συμπίπτει με την εμφανή πια σε όλους ελληνική στροφή στον πρωτογενή τομέα. Η προ τριετίας ενσκήψασα οικονομική κρίση και η παρεπόμενη πολύ υψηλή ανεργία στα αστικά κέντρα, έστρεψε, σύμφωνα με προσωρινά στοιχεία, περίπου 500.000 Έλληνες στη γεωργία. Επιπλέον σ' αυτή τη συγκυρία έχει την τύχη να διαθέτει αξιόμαχο, αξιόπιστο και απόλυτα ειδικό υπουργό Γεωργίας.

Ο κ. Θανάσης Τσαυτάρης είναι γεωπόνος - γενετιστής, εξαιρετικός επιστήμονας, κατέχει πλήρως την τεχνολογία τροφίμων και το κυριότερο γνωρίζει από πρώτο χέρι τις δυνατότητες και τα προβλήματα της ελληνική γεωργικής παραγωγής. Είναι ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση, τη κατάλληλη στιγμή.

Η ελληνική γεωργία λοιπόν μπορεί να αναγεννηθεί διπλά. Να ενισχυθεί σημαντικά από πρόσωπα ανήσυχα και διαθέτοντα παραστάσεις σύγχρονου εμπορίου και να εκμεταλλευθεί την μεγάλη στροφή της Ευρώπης προς τη γεωργική παραγωγή.

Η Ευρώπη θέλει αυτάρκεια και εμείς παραγωγική διέξοδο. Το συμφέρον είναι διπλό και γι' αυτό απολύτως εκμεταλλεύσιμο.

Αρκεί αυτή τη φορά να κάνουμε τα σωστά, ώστε να εμπνεύσουμε την δημιουργία και παραγωγή νέων διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και να μην πέσουμε στη παγίδα των ενισχύσεων και των επιδοτήσεων.

Καρακούσης Αντώνης, εφ. Το Βήμα, 7/12/2012

 

5.12.12

Κατηραμένος όφις!

 

Πόσοι είναι οι εκπαιδευτικοί ανά βαθμίδα εκπαίδευσης και ανά κατηγορία

Όπως προκύπτει από απάντηση του υπουργείου Παιδείας, ο αριθμός των εκπαιδευτικών της Α/βάθμιας εκπαίδευσης, που εντάσσονται στο Ενιαίο Μισθολόγιο έως το τέλος του γ' τριμήνου 2012 (30-9-2012), είναι 68.567 Μόνιμοι Εκπαιδευτικοί, 41 Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου και 3.503 αναπληρωτές εκπαιδευτικοί.


Στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση οι εκπαιδευτικοί που εντάσσονται στο Ενιαίο Μισθολόγιο: Μόνιμοι Εκπαιδευτικοί: 82.920, Εκπαιδευτικοί με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου: 99, Εκπαιδευτικοί με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Ορισμένου χρόνου: 2.562.

Ο αριθμός των διδασκόντων (μέλη ΔΕΠ, ΕΕΔΙΠ, ΕΕΠ) που εντάσσονται στα ειδικά μισθολόγιο ανέρχεται σε 12.500 άτομα.

Το σύνολο των τακτικών υπαλλήλων του υπουργείου Παιδείας που εντάσσονται στο ενιαίο μισθολόγιο είναι 565 άτομα. Επίσης στο υπουργείο Παιδείας υπηρετούν 17 άτομα σε θέση Συμβούλου και υπάγονται στο ειδικό μισθολόγιο.

  • Μόνιμοι διορισμένοι εκπαιδευτικοί: 151.487...

Φυσικά και είναι έτοιμος ο ΣΥΡΙΖΑ να κυβερνήσει

Γιώργος Δελαστίκ, εφ. Έθνος, 4/12/2012

Το μετ' επιτάσεως προβαλλόμενο ερώτημα «είναι έτοιμος ο ΣΥΡΙΖΑ να κυβερνήσει;», το οποίο συνοδεύεται πάντοτε από αρνητική απάντηση εκ μέρους εκείνων που θέτουν το ζήτημα, είναι επιφανειακά αφελές και κατ' ουσίαν εσκεμμένα ημιτελές. Το πραγματικό ερώτημα, το οποίο όμως ουδείς τολμά να θέσει δημοσίως, θα έπρεπε να διατυπωθεί ως εξής από τον κάθε ερωτώντα: «Είναι έτοιμος ο ΣΥΡΙΖΑ να κυβερνήσει όπως εγώ επιθυμώ ώστε να υπερασπιστεί με την κυβερνητική πολιτική του τα συμφέροντά μου;». Υπό το πρίσμα αυτό, ο βουλευτής και κορυφαίο στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ Παναγιώτης Λαφαζάνης ήταν απολύτως ειλικρινής όταν δήλωνε προ καιρού ευθαρσώς σε τηλεοπτική εκπομπή ότι αυτός θεωρεί πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι έτοιμος να κυβερνήσει. Ο Π. Λαφαζάνης υποστηρίζει τη συγκρότηση μιας αριστερής κυβέρνησης η οποία θα ασκήσει αριστερή πολιτική στην εξουσία. Εχει ταυτόχρονα επίγνωση του γεγονότος ότι ούτε οι εσωκομματικοί συσχετισμοί στον ΣΥΡΙΖΑ επιτρέπουν μέχρι στιγμής την άσκηση αριστερής πολιτικής όπως την εννοεί αυτός, ούτε υπάρχει κάποια λαϊκή πλειοψηφία στο εκλογικό σώμα που να επιθυμείτην άσκηση τέτοιας πολιτικής. Επομένως πολύ σωστά είπε ότι κατά τη γνώμη του ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι έτοιμος να κυβερνήσει.

Από την αντίθετη σκοπιά εξίσου απόλυτο δίκιο έχουν οι εκπρόσωποι του κατεστημένου όταν επαναλαμβάνουν με κάθε ευκαιρία και σε όλους τους τόνους ότι ο ΣΥΡΙΖΑ σε καμιά περίπτωση δεν είναι έτοιμος να κυβερνήσει. Η εξήγηση της στάσης τους είναι απλούστατη: Δεν αισθάνονται ότι ελέγχουν αυτήν τη στιγμή τον ΣΥΡΙΖΑ πολιτικά, ιδεολογικά, οικονομικά ή οργανωτικά, άρα δεν τον εμπιστεύονται καθόλου να κυβερνήσει. Οσο διαρκεί αυτή η κατάσταση αφενός θα κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να διατηρούν την πειθήνια αλλά θνησιγενή συγκυβέρνηση Σαμαρά, Βενιζέλου, Κουβέλη στην εξουσία για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και αφετέρου θα προσπαθούν να αποκαταστήσουν όσο το δυνατόν στενότερες σχέσεις με τον ΣΥΡΙΖΑ και τα στελέχη του.

Ο Αλέξης Τσίπρας και η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ βεβαίως και αισθάνονται επαρκέστατοι για να κυβερνήσουν. Φυσικά και θα σχηματίσει κυβέρνηση που αρχικά τουλάχιστον θα ξεκινήσει ως πολύ πιο αγαπητή στον λαό από εκείνη που ο ίδιος ο λαός θα έχει διώξει κλωτσηδόν με την ψήφο του, ανεξαρτήτως του πως θα εξελιχθεί στη συνέχεια η πολιτική της. Ετοιμος να κυβερνήσει βεβαίως και είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό που όμως κανείς δεν μπορεί να προβλέψει, είναι το τι πολιτική θα ακολουθήσει αν γίνει κυβέρνηση.Το θέμα δεν είναι ζήτημα... αγνωστικισμού ή αφελούς αναμονής. Εχει τεράστια σχέση με το πώς θα κατακτήσει την εξουσία ο ΣΥΡΙΖΑ και όχι μόνο με το τι πιστεύουν ή το τι διακηρύσσουν ο Αλ. Τσίπρας και τα ηγετικά στελέχη του κόμματος.

Η πείρα μας δείχνει ότι ελάχιστη πρακτική αξία έχουν οι προεκλογικές διακηρύξεις των πολιτικών ανδρών και των κομμάτων. Θα υπάρξει άραγε ένα ρωμαλέο μαζικό κίνημα διαμαρτυρίας εναντίον της μνημονιακής πολιτικής που ασκεί η σημερινή κυβέρνηση, τόσο ισχυρό ώστε αυτό να οδηγήσει στην ανατροπή της συγκυβέρνησης ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ, στη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών και σεεκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ μέσα σε αυτό το πλαίσιο; Αλλά και μετά τον σχηματισμό κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ ή με πυρήνα τον ΣΥΡΙΖΑ, ο λαός θα συνεχίσει να αγωνίζεται, να διεκδικεί, να πιέζει την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ για φιλολαϊκά μέτρα ή θα παραμείνει αδρανής θεατής των κυβερνητικών αποφάσεων;

Αν παραμείνει στους δρόμους, έχει σοβαρές ελπίδες να βελτιωθεί η ζωή του. Αν ξαπλώσει πάλι στον καναπέ, όχι μία, ούτε δέκα κυβερνήσεις του ΣΥΡΙΖΑ δεν φτάνουν!

Υπάρχουν πολλοί δρόμοι που καταλήγουν στη συνέχιση της ίδιας πολιτικής με άλλη κυβέρνηση. Αν π.χ. ο ΣΥΡΙΖΑ δεν οργανώνει αγώνες και περιμένει τις εκλογές για να πέσει στην αγκαλιά του η εξουσία σαν ώριμο φρούτο και επίσης οι πολίτες αντί να δίνουν καθημερινές μάχες κατά της ασκούμενης πολιτικής, αρκεστούν στην αναμονή της ημέρας των εκλογών προσβλέποντας ναεκδικηθούν μέσω της ψήφου τους, το παιχνίδι θα έχει χαθεί εκ των προτέρων. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα κερδίσει, αλλά η κυβερνητική πολιτική ελάχιστα θα αλλάξει.

4.12.12

Και προσπαθούν να μας πείσουν ότι έχουμε πρόβλημα.Ε, άι στο διάολο...

Deutsche Bank: Θησαυρός ύψους 427 δισ. ευρώ νότια της Κρήτης

Η γερμανική τράπεζα αποτιμά τα ελληνικά κοιτάσματα φυσικού αερίου

Σε 427 δισ. ευρώ ανέρχεται η αποτίμηση των υποθαλασσίων κοιτασμάτων φυσικού αερίου νοτίως της Κρήτης, σύμφωνα με υπολογιαμούς της Deutsche Bank, η οποία ταυτόχρονα ανοίγει και επίσημα συζήτηση στις διεθνείς αγορές για τα συγκεκριμένα αποθέματα υδρογονανθράκων που ελέγχει η Ελλάδα.Μάλιστα, με την επιφύλαξη ότι οι διαθέσιμες γεωλογικές μελέτες θα αποδειχθούν αληθινές,η γερμανική τράπεζα μιλά για καθαρό όφελος για το δημόσιο της τάξης των 214 δισ. ευρώ , δηλαδή 107% του σημερινού Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος και, παράλληλα, εξετάζει τους «κανόνες εμπλοκής» των ξένων επενδυτών στην εκμετάλλευσή τους.Η μεγαλύτερη γερμανική τράπεζα επισημαίνει πως τα αποτελέσματα των σεισμολογικών ερευνών που έχουν ξεκινήσει αναμένονται στα μέσα του 2013 και εάν ανταποκρίνονται στις υπάρχουσες γεωλογικές εκτιμήσεις, μελέτες και αναγωγές Ελλήνων και ξένων επιστημόνων τότε η αξία τους προσεγγίζει πράγματι τα 430 δισ. ευρώ.Με δεδομένο ότι ως γενικός κανόνας το 25% εξ αυτών προορίζεται για το κόστος εξόρυξης και διάθεσης και άλλο 25% είναι το περιθώριο κέρδους των εταιρειών που θα αναλάβουν τις δραστηριότητες αυτές, υπολογίζει πως το 50% ήτοι περί τα 214 δια. ευρώ αποτελούν το καθαρό όφελος για τα δημόσια ταμεία.Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 107% του ΑΕΠ και αναμένεται να αρχίσει να εισρέει κοντά στην χρονική στιγμή που έχει τεθεί ο στόχος για την μείωση του χρέους ως ποσοστό επί του ΑΕΠ προς τα επίπεδα του 120%, δηλαδή περί το 2020. Και αυτό διότι όπως επισημαίνει συνήθως χρειάζονται 8 με 10 έτη για να αρχίσει η εμπορική εκμετάλλευση να παράγει χρηματοροές.Η Deutsche Bank -που διατηρεί σαφέστατα απόσταση από την ακρίβεια των εκτιμήσεων για τα κοιτάσματα εωσότου όπως αναφέρει ανακοινωθούν τα αποτελέσματα των σεισμικών ερευνών- προχωρά ούτως ή άλλως στην αποτίμηση της σημασίας τους σε σχέση με την βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους αλλά και την διαμόρφωση της πολιτικής ατζέντας.Αναφορικά με τη βιωσιμότητα εκτιμά πως για την ώρα δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι βελτιώνεται αλλά αυτό αλλάζει σαφέστατα από την ώρα που τα κοιτάσματα θα αποδειχθούν και ακόμα περισσότερο από την χρονική στιγμή που θα μπουν στην παραγωγή οπότε και θα κάνουν πολύ πιο διαχειρίσιμα τα δανειακά βάρη.Για το πολιτικό κλίμα και τις επιπτώσεις που θα έχει η ανάδειξη της Ελλάδας στην 15η μεγαλύτερη κάτοχο κοιτασμάτων φυσικού αέριου στον κόσμο -εάν οι παραπάνω εκτιμήσεις αποδειχθούν κοντα στην πραγματικότητα- αναφέρει πως μπορεί να ενθαρρύνει φυγόκεντρες από την ευρωπαϊκή προοπτική προσεγγίσεις (σ.σ.: «go it alone strategies»).Με το φυσικό αέριο όμως και τους υδρογονάνθρακες εν γένει να διαπραγματεύονται στις διεθνείς αγορές σε δολάρια και τις εταιρείες ερευνών πετρελαίου και αερίου «συνηθισμένες να λειτουργούν σε καθεστώτα που χαρακτηρίζονται από αυξημένη πολιτική αβεβαιότητα» κρίνει περιορισμένο το επενδυτικό ρίσκο.Προσθέτει δε πως η αποκλιμάκωση του εργατικού κόστους και οι καθοδικές πιέσεις και σε άλλα κόστη στην ελληνική οικονομία ενδέχεται να προσφέρουν βελτιωμένα λειτουργικά περιθώρια στις εταιρείες που θα αποφασίσουν να επενδύσουν.Η ύπαρξη καθαρού φορολογικού πλαισίου θεωρείται επίσης ως αναγκαία προϋπόθεση για την προσέλκυση των μεγάλων εταιρειών όπως και ο τρόπος που εγγράφονται λογιστικά οι αποσβέσεις των επενδύσεων. Επισημαίνεται όμως πως η τελευταία νομοθετική ρύθμιση για τους υδρογονάνθρακες είναι πρόσφατη και έλαβε χώρα το 2011.Ως ρίσκο αντιμετωπίζεται πάντως η προοπτική ενός ατυχήματος που θα οδηγούσε σε redenomination στην Ελλάδα (μια "πολιτικά ορθή" διατύπωση για το ενδεχόμενο εξόδου από το ευρώ) αφού όπως αναφέρει η χρηματοδότηση για τόσο μεγάλα project αναγκαστικά θα προέλθει από πηγές εκτός Ελλάδας . Και σε αυτή την περίπτωση όμως θεωρεί πως η διαχείριση του ρίσκου έιναι εφικτή όπως για παράδειγμα με ασφαλιστήρια συμβόλαια.Πέραν όλων αυτών η Ελλάδα όντας μία από τις ευρωπαϊκές οικονομίες με τους μεγαλύτερους λογαριασμούς εισαγωγών ενέργειας, αποδεδειγμένα αποθέματα φυσικού αερίου θα μπορούσαν να είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την Ελλάδα αφού το2011, οι εισαγωγές ενέργειας (συνολικά, δηλαδή, τα ορυκτά καύσιμα, τα λιπαντικά και τα συναφή προϊόντα) ανήλθαν στα 11 δισ. ευρώ ή κοντά στο 5% του ΑΕΠ, προσθέτει.Η γερμανική τράπεζα κάνει δε και ειδική μνεία στο γεγονός ότι οι γεωλόγοι εμπειρογνώμονες αναφέρουν την ύπαρξη και σημαντικών αποθεμάτων πετρελαίου στην Ελλάδα επιπροσθέτως αυτών του φυσικού αέριου. Διευκρινίζεται ότι οι υπολογισμοί της τράπεζας αφορούν μόνον τα υποθαλάσσια κοιτάσματα των υποθαλάσσιων εκτάσεων νοτίως της Κρήτης και όχι και αυτών του Ιονίου ή και του Αιγαίου.Η Deutsche προχωρά όμως παρακάτω και αντλώντας πρακτικές από παραδείγματα στην ιστορία της διεθνούς οικονομίας, υπαινίσσεται ότι θα μπορούσε να είναι χρήσιμη η δέσμευση ενός ποσοστού των όποιων μελλοντικών εσόδων από τα ελληνικά κοιτάσματα υδρογονανθράκων, σε ένα ειδικό εθνικό ταμείο.Το ταμείο αυτό θα μπορούσε να παρακρατεί ένα ποσοστό της τάξης του 30%των δημοσίων εσόδων από το αέριο για να διαχειρίζεται και να εξισορροπεί βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις στις τιμές και να επενδύει σε δραστηριότητες εκτός του ενεργειακού τομέα που να ενισχύουν την οικονομία μακροπρόθεσμα.Ο συντάκτης της έκθεσης της Deutsche Bank, Mark Wall, υψηλόβαθμο στέλεχος της γερμανικής τράπεζας στα γραφεία της στο Λονδίνο (Director), επισημαίνει όμως και τον κίνδυνο να εκτροχιαστεί προσπάθεια ανάταξης της οικονομίας από την ευφορία που μπορεί να προκαλέσουν ιδιαίτερα υποσχόμενα ευρήματα.Πρόκειται -όπως εξηγεί στην έκθεση που δημοσίευσε τις ημέρες που το Εuro Working Group προετοίμαζε το έδαφος για τις τελευταίες αποφάσεις για τη χώρα- για το σύνδρομο του λεγόμενου «Dutch Disease».Σύνδρομο το οποίο αναφέρεται στην ανακάλυψη των κοιτασμάτων αερίου της Ολλανδίας το 1959, η οποία συνοδεύτηκε από εισροές ξένου συναλλάγματος που κράτησαν την ανταγωνιστικότητα της υπόλοιπης οικονομίας χαμηλά.«Υπάρχει η άποψη πως σε ένα περιβάλλον αδύναμων μακροοικονομικών θεμελιωδών μεγεθών και φτωχής δημοσιονομικής διαχείρισης οι επιδόσεις πλούσιων σε φυσικούς πόρους οικονομιών υστερούν των ομολόγων τους» αναφέρει χαρακτηριστικά.

Εφημερίδα Το Βήμα, 4/12/2012. Πηγή:www.capital.gr

  • Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως πρέπει να μας πιάσει μια ευφορία και να σταματήσουμε μεταρυθμιστικές προσπάθειες και υγιείς παραγωγικές διαδικασίες στη γεωργία, κτηνοτροφία, εξαγωγές κ.λπ. ΑΛΛΑ, ΕΛΕΟΣ: ΟΧΙ ΚΑΙ ΝΑ ΖΟΥΜΕ ΣΕ ΜΑΥΡΟ ΧΑΛΙ, ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΕΙΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΥΟ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΔΟΥΛΕΥΟΥΝ ΚΙ ΑΠΟ ΠΑΝΩ ΟΙ ΗΛΙΘΙΟΙ ΝΤΟΠΙΟΙ ΚΑΙ ΞΕΝΟΙ ΙΘΥΝΟΝΤΕΣ. Άι στο διάολο. Νισάφι πια...

1.12.12

Χωρίς τίτλο

439.000,75

Καθηγητική οικονομική κατάπτωση

Αυτό που έζησα χθες στο σχολείο αποτελεί μια ακόμη απόδειξη της οικονομικής εξαθλίωσης που βιώνουν οι καθηγητές. Συναδέλφισσα συγκέντρωνε από τους καθηγητές του σχολείου χρήματα, προκειμένου να αγοραστεί δώρο για το γιο άλλης συναδέλφισσας, που αρραβωνιάστηκε. Ζητούσε από κάθε συνάδελφο 7 (και ολογράφως: ΕΦΤΑ) ευρώ. Σχεδόν κανένας δεν είχε να δώσει! Όλοι -μεταξύ των οποίων κι εγώ!- πρόβαλαν κάποια δικαιολογία και υπόσχονταν πως θα φέρουν το ποσό τη Δευτέρα.


Φαντάσου: 7 ευρώ και με το δεκαπενθήμερο να έχει κατατεθεί πριν από δύο-τρεις μέρες!

Και έρχονται μετά και σου λένε: θα αξιολογηθείτε, εφαρμόστε αυτές τις πρωτοποριακές μεθόδους διδασκαλίας, διδάξτε 30 μαθητές ανά τμήμα εργαζόμενοι 30 ώρες την εβδομάδα, αγοράστε τις καινούργιες εκδόσεις για το εκπαιδευτικό σας αντικείμενο ή για παιδαγωγικά και διδακτικά ζητήματα, μετέχετε σε σεμινάρια-συνέδρια σε άλλες πόλεις... (Και μου 'ρχεται στο νου και ο λόγος που δεν πήγα στο τελευταίο σεμινάριο για φιλολόγους στα Τρίκαλα πριν από μερικές μέρες: δεν είχα χρήματα για βενζίνη!)

29.11.12

Πουτάνα Ελλάς...

 

Οικονομικός δολοφόνος

Ο αμερικανός κερδοσκόπος που θέλει να (ξανα)πτωχεύσει την Αργεντινή

Ο Πολ Σίνγκερ έχει απομυζήσει πολλές χώρες με προβληματικές οικονομίες

«Οικονομικός δολοφόνος» και Ρεπουμπλικάνος: ο Σίνγκερ χρηματοδότησε την προεκλογική εκστρατεία του Μιτ Ρόμνεϊ με 2,3 εκ. δολάρια, ενώ παλιότερα είχε στηρίξει οικονομικά και τον Τζορτζ Μπους υιό

Λέγεται Πολ Σίνγκερ κι έχει τη φήμη του «οικονομικού δολοφόνου», αφού σε όποια χώρα πατάει το πόδι του, αμέσως μετά, αυτή… του χρωστάει. Τώρα, ο αμερικανός τυχοδιώκτης μεγαλοεπενδυτής και ιδρυτής του hedge fund Elliot Associates (το οποίο αποκαλείται «ένα από τα πιο αδίστακτα όρνια» των διεθνών χρηματαγορών), απειλεί με μια δεύτερη χρεοκοπία την Αργεντινή.

Ο 68χρονος κερδοσκόπος συνέλαβε στα μέσα της δεκαετίας του '90 την ιδέα για έναν νέο τύπο hedge fund, του λεγόμενου επενδυτικού ταμείου-«όρνεο» που απομυζεί μεγάλα χρηματικά ποσά από φτωχές χωρες με χρέος υπό αναδιάρθρωση.

Το κόλπο είναι απλό: αγοράζει τους τίτλους πάμφθηνα από τρίτους και στη συνέχεια αρχίζει δικαστικό αγώνα συνήθως σε δικαστήρια της Νέας Υόρκης, του Χονγκ Κονγκ ή του Λονδίνου, όπου η νομοθεσία και οι δικαστές ευνοούν τους κερδοσκόπους. Στόχος είναι να εξαναγκαστεί δικαστικά το δύσμοιρο κράτος-χρεώστης να αποπληρώσει το σύνολο της ονομαστικής αξίας των τίτλων.

Στο «ενεργητικό» του ο Σίνγκερ έχει αρκετές υποθέσεις απομύζησης χωρών με προβληματικές οικονομίες, όπως τότε που κατάφερε να βγάλει 500% κέρδος από την κυβέρνηση του Περού κάνοντάς της αλλεπάλληλες αγωγές. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 έλαβε από το Περού 45 εκ. ευρώ για ένα χρέος που είχε πληρώσει μόλις 9 εκ. ευρώ: κι όλα αυτά από ένα κράτος όπου το 38% του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας και ο παιδικός υποσιτισμός είναι στο 18,3%.

Ο ίδιος Αμερικανός κερδοσκόπος απειλεί τώρα την Αργεντινή. Όταν το 2001 η Αργεντινή χρεοκόπησε, η εταιρεία NML Capital Ltd, θυγατρική της Elliot Associates, αγόρασε τουλάχιστον 182 εκ. δολ. (140 εκ. ευρώ) αργεντινικού χρέους προς 15-30 σεντ το ευρώ. Μέχρι το 2005 η χώρα είχε έρθει σε συμφωνία με το 75% των κατόχων ομολόγων της χώρας για «κούρεμα», ώστε να τους πληρώσει το 30% της αξίας του. Ιδιοκτήτης των περισσότερων ομολόγων που αρνήθηκαν το «κούρεμα» είναι η NML Capital Ltd, που πιέζει αδιαλείπτως το Μπουένος 'Αιρες να πληρώσει.

Η Elliott Associates αποτελεί, άλλωστε, την ισχυρότερη συνιστώσα της ATFA, της διαβόητης «Αμερικανικής Ομάδας Κρούσης για την Αργεντινή» (American Task Force Argentina), δηλαδή των Αμερικανών δανειστών της λατινοαμερικανικής χώρας που διεκδικούν να πληρωθούν στο ακέραιο τα αργεντίνικα ομόλογα.

πως είναι γνωστό, δικαστήριο της Νέας Υόρκης απεφάνθη προ ημερών πως η Αργεντινή οφείλει έως τις 15 Δεκεμβρίου να καταβάλει 1,3 δισ. δολ. (1 δις. ευρώ) στους ομολογιούχους που είχαν επιλέξει να μη συμμετάσχουν στις δύο αναδιαρθρώσεις χρέους του παρελθόντος (τα έτη 2005 και 2010).

Η άκρως αμφιλεγόμενη απόφαση δεν αποτελεί μόνο νίκη της Elliott Associates, αλλά κι απόδειξη των ισχυρών δεσμών της εταιρείας με την αμερικανική πολιτική εξουσία.

Και κάτι τελευταίο, αλλά όχι έσχατο: σύμφωνα με το πρακτορείο Ρόιτερς, αυτή η εταιρεία του αδίστακτου «επενδυτή» Σίνγκερ στις αρχές του 2012 αγόρασε πολύ φθηνά ελληνικό χρέος (πριν από το PSI) και κατόπιν έβγαλε κέρδη, επωφελούμενη από διακανονισμό που ακολούθησε.

Εφημερίδα Το Βήμα, 29/11/2012

 

22.11.12

Χωρίς τσίπα (διότι δεν έχουν κόστος)

Ωρύετο, πράγματι σκλήριζε, ο κ. Στουρνάρας στη Βουλή για την επαύριο της 16ης Νοεμβρίου, ότε, κατά τον κ. Σαμαρά, αν δεν είχαμε πάρει τηδόση, θα είχαμε χρεοκοπήσει, ωρύετο λοιπόν και έσκουζε αλλεπάλληλες ρητορικές ερωτήσεις: «στις 17 Νοέμβρη θα έχουμε τρόφιμα;», αν δεν πάρουμε τη δόση, «στις 17 Νοέμβρη, θα έχουμεκαύσιμα; Στις 17 Νοέμβρη θα έχουμε φάρμακα; Στις 17Νοέμβρη θα έχουμε να πληρώσουμε μισθούς και συντάξεις;»...

Είχε για όλη αυτήν την κινδυνολογία, την κατατρομοκράτηση του λαού, κάποιο κόστος, αφού αποδεικνύεται ψεύτης ο κ. Στουρνάρας; Όχι!

Για αυτό παραμένει ξετσίπωτος.

Ή μάλλον, για να πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή, ο κ. Στουρνάρας προχώρησε σε απειλές κατά του έθνους και ξεστόμισε εκβιασμούς, ακριβώς επειδή είναι ξετσίπωτος.

Είχε κάποιο κόστος; Όχι! Άρα θα συνεχίσει ξετσίπωτος.

Έχει εκβιάσει κι απειλήσει τον λαό ο κ. Βενιζέλος, τον έχει παραπλανήσει; Υπήγαγε τη χώρα σε καθεστώς αιχμαλωσίας ο Γιωργάκης; Την έκανε Ειδική Οικονομική Ζώνη ο κ. Σαμαράς; Είχαν κάποιο κόστος για όλα αυτά; Κανένα! Για αυτό θα συνεχίσουν ξετσίπωτοι.

Που στην πολιτική σημαίνει αδιόρθωτοι. Καταστροφικοί, δημαγωγικοί, θανάσιμοι, αδιόρθωτα.

Υπάρχουν παιδιά που πεινάνε, παιδιά χωρίς φάρμακα. Υπάρχουν υπεύθυνοι για αυτό; Υπάρχουν! Είχαν κάποιο κόστος; Κανένα! Τότε, γιατί να μη συνεχίζουν ξετσίπωτοι;

Υπάρχουν παπαγαλάκια από τα ΜΜΕ καθώς και ντόμπερμαν που ρίχνουν την ευθύνη για τα παιδιά που πεινάνε στην... υψηλή σύνταξη (ήταν 1.105 Ευρώ κι έχει γίνει 689) της θείας μου της Φωτούλας; Υπάρχουν! Είχαν ποτέ κάποιο κόστος; Όχι! Γιατί να μη συνεχίζουν ξετσίπωτοι;

Έπιασαν κάποιους μεγαλοφοροφυγάδες; Στρίμωξαν οφσορούχους; Κόψανε τις μίζες; Όχι! Γιατί τότε να μη συνεχίζουν ξετσίπωτοι μπίζνες με τη Ζήμενς; Γιατί να μην ξεπουλούν τη δημόσια περιουσία (αυτοί που τα φάγανε) σαν να την βρήκαν απ’ τον πατέρα τους (για να τα ξαναφάνε); Έχουν κάποιο κόστος; Όχι! Όχι, ως τώρα τουλάχιστον! Γιατί λοιπόννα μη συνεχίζουν να πλουτίζουν ξετσίπωτοι;

Ο κ. Σαμαράς. Ο άνθρωπος έχει ξανασυγγράψει τις «Μεταμορφώσεις» του Οβιδίου! Μόλις χθες, έχοντας επισυμβεί μπλακ άουτ στο Γιούρογκρουπ, ο ίδιος έλεγε ότι«βλέπει φως στο βάθος του τούνελ» (Καθημερινή 21/11/12) -για μυστήριο γλόμπο θα πρόκειται! Απ’ αυτούς που βγάζουν μαύρο φως μέσα στις μαύρες τρύπες.

Χθες η Suddeutsch Zeitung έγραφε ότι «η Ελλάδα είναι κράτος υπό εποπτείαν» (δηλαδή Προτεκτοράτο. Αποικία χρέους, όπως θέλετε πείτε το). Έχει την τσίπα κάποιος απ’ όσους ευθύνονται για αυτό να σκύψει το κεφάλι (κι επιτέλους να βγάλει τον σκασμό); Όχι! Αντιθέτως, ο κ. Γεωργιάδης, για παράδειγμα, τσίριζε χθες στον Real fm ότι «θα πάρουμε τα λεφτά τη Δευτέρα!» Ξετσίπωτος; Διαρκώς!

Λέει η Suddeutsch Zeitung ότι η Ελλάδα είναι χώρα υπό εποπτείαν και οι θεράποντες της προπαγάνδας δεν βγάζουν άχνα. Όταν όμως ορισμένοι λέγαμε ακριβώς το ίδιο για την κατάσταση της χώρας, ακριβώς οι ίδιοι θεράποντες της προπαγάνδας μας έλεγαν «λαϊκιστές» και «γραφικούς».

Όταν κάποιος πληρώνεται 480.000 ευρώ τον χρόνο για να σου λέει πόσο σωστό είναι να παίρνεις εσύ 480 ευρώ τον μήνα, και ουδέν κόστος έχει,ξ ετσίπωτος θα συνεχίζει.

Όταν η Τράπεζα επιμένει να της αποπληρώνεις το δάνειο ή την κάρτα σου με 19% επιτόκιο και δεν έχει κανένα κόστος, ξετσίπωτα θα συνεχίσει να σου πίνει το αίμα.

Όταν η κυβέρνηση που επιτρέπει στην Τράπεζα να σου πίνει το αίμα, δεν έχει κανένα κόστος, ξετσίπωτα θα συνεχίσει να σε δουλεύει μαζί με την Τράπεζα, μαζί με τη Μέρκελ, μαζί με τους νταβατζήδες που θα φάνε την Τραινοσέ, μαζί με τους Τούρκους που στήνουν Γερμανοτουρκικό σαντζάκι στη Θράκη.

Όταν η κυρία Μπιρμπίλη, φερ’ ειπείν, δηλώνει ότι παίρνει μόνον(!) 7.500 Ευρώ μισθό (συν κατοικία, σωφέρ και μάγειρα) εις Παρισίους, κλαίγοντας κάθε μέρα για τα 2.000.000 ανέργους στη χώρα μας κι εσύ δεν γίνεσαι Τούρκοςπου με τα δάκρυά της νερώνει το ακριβό κρασί της, τότε η κυρία Μπιρμπίλη δεν έχει κανένα κόστος.

Απλώς εσύ έχεις το κόστος (και) της κυρίας Μπιρμπίλη.

Όπως έχεις και το κόστος της πολιτικής του κ. Σαμαρά ή του Μπενύτο ή του κυρ Φώτη.Διότι, όταν ο κ. Σαμαράς και Βενιζελοκουβέλης δεν έχουν κανένα κόστος για την πολιτική τους, το κόστος της πολιτικής τους το έχεις εσύ.

Στάθης